Ένα πολύ γνωστό σενάριο ισχύει εναλλαγών υγείας και ασθένειας συνήθως (όχι φυσικά στο 100% των περιπτώσεων) σε σωματικό, συμπεριφορικό και κοινωνικό επίπεδο. Και αυτό συμβαίνει διότι τόσο η κατάκτηση της υγείας ή όσο και η κατάληξη στην ασθένεια κινητοποιεί προς ανάληψη δράσης προκειμένου να αλλάξει η εκάστοτε κατάσταση.
Και ενώ για την περίπτωση της ασθένειας αυτό είναι λογικό (καθένας που είναι ασθενής επιδιώκει να γίνει υγιής), το αντίθετο επίσης συμβαίνει, όχι επειδή είναι επιθυμητό, αλλά επειδή τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους και δρουν με συμπεριφορές που εμπεριέχουν ρίσκο. Συνήθης μοιραία κατάληξη είναι κάπου να αποτύχουν, οπότε οδηγούνται και πάλι στην ασθένεια, με συνέπεια να ξανα – ξεκινήσουν τις προσπάθειες για ανάκτηση της υγείας.
Στο σωματικό επίπεδο, το ανωτέρω φαινόμενο είναι πολύ σύνηθες στους εφήβους. Οι έφηβοι που νιώθουν το σώμα τους όλο δύναμη και υγεία, δοκιμάζουν συνήθως πολλά είδη επικίνδυνων συμπεριφορών (σεξ χωρίς προφυλάξεις, κάπνισμα, χρήση ουσιών, οδήγηση μετά από κατανάλωση αλκοόλ, extreme sports) με πολύ συχνά οδυνηρές επιπτώσεις. Αντίστοιχα, καρδιοπαθείς που αναρρώνουν από ισχαιμικό επεισόδιο ξανα – αρχίζουν το κάπνισμα, ασθενείς με κίρρωση ύπατος ξεκλέβουν κανένα ποτηράκι ούζο, και διαβητικοί μόλις νιώσουν καλά περιορίζουν την ενδεδειγμένη αυστηρή δίαιτα.
Στο συμπεριφορικό επίπεδο, η απόκτηση χρημάτων από μία σκληρή εργασία λειτουργεί ως πειρασμός που ζητά εκπλήρωση ποικίλων «απωθημένων» επιθυμιών. Αγορά πολυτελούς αυτοκινήτου, εξοχικής κατοικίας, ακριβών ρούχων και γενικά εξεζητημένης και επιδεικτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, η υιοθέτηση πιο εκλεπτυσμένων τρόπων ζωής «lifestyle”, χωρίς ταυτόχρονη ανάλογη αύξηση των εισοδημάτων του (μιας και ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής απαιτεί και άπλετο ελεύθερο χρόνο), συνήθως παρασέρνει το άτομο σε σταδιακή μείωση της οικονομικής του δύναμης, και εν ευθέτω χρόνω σε αδυναμία συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Ο δε κάποτε αποκτημένος πλούτος, συνήθως περιορίζεται αρκετά, με αποτέλεσμα να απαιτείται επαναφορά του ατόμου στην ασφάλεια της παλιάς σκληρής εργασίας του.
Στο κοινωνικό επίπεδο, το πιο προφανές παράδειγμα είναι η παρούσα οικονομική κρίση. Έπειτα από μισό αιώνα ανάπτυξης που ακολούθησε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (γέννηση πολλών παιδιών, οικονομική ανάπτυξη του δυτικού κόσμου, απόκτηση εργασιακών δικαιωμάτων και ικανοποιητικών μισθών, δημόσια περίθαλψη, υγεία και ασφάλεια κ.α.), φτάσαμε στον «λαϊκό καπιταλισμό» των μικρομεσαίων στρωμάτων (αγορά μετοχών στο χρηματιστήριο, σύμβαση πολλών δανείων, υπερκατανάλωση πολυτελών αγαθών, υποστήριξη νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων κ.λπ.), με κατάληξη την απώλεια των εργασιακών δικαιωμάτων, την υψηλή ανεργία και τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης. Τώρα, η μόνη λύση φαίνεται να είναι η εκ νέου ανεύρεση και υιοθέτηση τρόπων κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, προκειμένου να υπάρξει βιώσιμη λύση της κρίσης. Ή βεβαίως, η εφαρμογή της παλαιότερης πετυχημένης συνταγής, που είναι η έναρξη του Γ’ Παγκόσμιου Πολέμου, προκειμένου να απελευθερωθούν πόροι και να μειωθούν οι στενάζοντες μεγάλοι ανθρώπινοι πληθυσμοί.
Τα ανωτέρω ισχύουν συνήθως για τη μεγάλη πλειοψηφία ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Στα άκρα έχουμε, από τη μία πλευρά, αυτούς που ασθένησαν και δεν μπορούν να ανακτήσουν την υγεία τους, με αποτέλεσμα χρόνιες καταστάσεις ασθένειας, και από την άλλη, αυτούς που παρακάμπτουν την απληστία τους και παρά την υγιή κατάσταση τους, συνεχίζουν να προοδεύουν χωρίς σοβαρές υφέσεις και καταστροφές.
Σε κάθε περίπτωση, οι εναλλαγές υγείας και ασθένειας σε όλα τα επίπεδα είναι κάτι που συνέβαινε και από ότι φαίνεται θα συνεχίσει να συμβαίνει εσαεί!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010
Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
Νόμοι και Όροι της καθημερινής ζωής, συμβίωσης και επιβίωσης: Περί Φαινομενικής Αδράνειας, Τριβών και Πιέσεων
Τα κοινωνικά δεδομένα, τα μοντέλα και τα σύμβολα, ίσως παραμένουν σε γυμνό οφθαλμό αδρανή, επειδή διατηρούν την κατάσταση της ηρεμίας, κάθε φορά που δεν σχετίζονται μεταξύ τους στους κόλπους μιας κοινωνίας ή και κάθε φορά που δεν δέχονται καμία εξωτερική δύναμη και απλώς συνυπάρχουν. Στην πραγματικότητα, όμως, ακόμη κι αν δεν κινούνται παρωθούμενα από άλλα, αυτοκινούνται και βρίσκουνται σε αδιάκοπη, συχνά μη ευδιάκριτη σε γυμνό οφθαλμό, κίνηση.
Δύο (ή περισσότερες) κοινωνίες ή τάξεις μέσα στην ίδια κοινωνία είναι δυνατόν να αναπτύξουν σχέσεις μεταξύ τους, ανταλλαγής ή αντιγραφής δεδομένων, συμβόλων και μοντέλων. Εάν αναπτύσσονται οι σχέσεις αυτές όταν κι οι δύο κοινωνίες (ή τάξεις) ηρεμούν, έχουμε στατική τριβή• όσες φορές η μια εξ αυτών είναι αδρανής, γίνεται λόγος για στατοδυναμική τριβή• τέλος, κάθε φορά που κι οι δύο δέχονται, για να κινηθούν, εξωτερικές επιρροές, ομιλούμε για δυναμική τριβή. Όταν μια κοινωνία (ή τάξη), στη διάρκεια της στατοδυναμικής ή της δυναμικής τριβής, υπερισχύει της άλλης, λέμε πως τη συν – τρίβει, ενώ, όσες φορές κι οι δύο απλώς έχουν σχέσεις μα καμιά τους δεν υπερέχει της άλλης, έχουμε «διατρίβουσες κοινωνίες (ή τάξεις)».
Πολύ συχνά, η δυναμική τριβή δύο κοινωνιών, που, όμως, συνάμα, έχουνε αναπτύξει και εσωτερικές δυνάμεις για να αντεπεξέλθουνε προς τις εξωγενείς τούτες πιέσεις, φέρει την κρούση μεταξύ τους. Δηλαδή, η συν – κρούση (: σύγκρουση) δύο κοινωνιών ή τάξεων είναι η τριβή μεταξύ των συστατικών, δεδομένων – συμβόλων – μοντέλων, μιας κοινωνίας ή τάξεως με μιας άλλης ή άλλων.
Το σύνολο των εσωτερικών δυνάμεων μιας κοινωνίας ή τάξεως, όταν τα κοινωνικά δεδομένα μεταβάλλονται (αναλύουνται, συντίθενται, αλληλοσυμπληρώνουνται, ολοκληρώνουνται) στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας ή τάξεως ή / και κάθε φορά που αμύνονται σε εξωτερική δύναμη, αποτελούν την Ενέργειά της. Η Ενέργεια αυτή αντιπαρατίθεται σε κάθε εξωτερική πίεση, σε κάθε εξωγενή δύναμη.
Εξωγενής Δύναμη ή εξωτερική πίεση είναι κάθε εξωγενής παράγοντας, που έχει σκοπό να επιβραδύνει ή να επιταχύνει την κοινωνική εξέλιξη και την εκχώρηση Δύναμης και κοινωνικοπολιτικών δικαιωμάτων ή να στερήσει τον άνθρωπο και τον πολίτη από τη Γνώση. Μεταδίδεται δε στην ίδια ένταση σε κάθε σημείο στους κόλπους της κοινωνίας, που πιέζεται ή τρίβεται με μιαν άλλη και παλεύει, ώστε να μη συντριβεί.
Δύο (ή περισσότερες) κοινωνίες ή τάξεις μέσα στην ίδια κοινωνία είναι δυνατόν να αναπτύξουν σχέσεις μεταξύ τους, ανταλλαγής ή αντιγραφής δεδομένων, συμβόλων και μοντέλων. Εάν αναπτύσσονται οι σχέσεις αυτές όταν κι οι δύο κοινωνίες (ή τάξεις) ηρεμούν, έχουμε στατική τριβή• όσες φορές η μια εξ αυτών είναι αδρανής, γίνεται λόγος για στατοδυναμική τριβή• τέλος, κάθε φορά που κι οι δύο δέχονται, για να κινηθούν, εξωτερικές επιρροές, ομιλούμε για δυναμική τριβή. Όταν μια κοινωνία (ή τάξη), στη διάρκεια της στατοδυναμικής ή της δυναμικής τριβής, υπερισχύει της άλλης, λέμε πως τη συν – τρίβει, ενώ, όσες φορές κι οι δύο απλώς έχουν σχέσεις μα καμιά τους δεν υπερέχει της άλλης, έχουμε «διατρίβουσες κοινωνίες (ή τάξεις)».
Πολύ συχνά, η δυναμική τριβή δύο κοινωνιών, που, όμως, συνάμα, έχουνε αναπτύξει και εσωτερικές δυνάμεις για να αντεπεξέλθουνε προς τις εξωγενείς τούτες πιέσεις, φέρει την κρούση μεταξύ τους. Δηλαδή, η συν – κρούση (: σύγκρουση) δύο κοινωνιών ή τάξεων είναι η τριβή μεταξύ των συστατικών, δεδομένων – συμβόλων – μοντέλων, μιας κοινωνίας ή τάξεως με μιας άλλης ή άλλων.
Το σύνολο των εσωτερικών δυνάμεων μιας κοινωνίας ή τάξεως, όταν τα κοινωνικά δεδομένα μεταβάλλονται (αναλύουνται, συντίθενται, αλληλοσυμπληρώνουνται, ολοκληρώνουνται) στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας ή τάξεως ή / και κάθε φορά που αμύνονται σε εξωτερική δύναμη, αποτελούν την Ενέργειά της. Η Ενέργεια αυτή αντιπαρατίθεται σε κάθε εξωτερική πίεση, σε κάθε εξωγενή δύναμη.
Εξωγενής Δύναμη ή εξωτερική πίεση είναι κάθε εξωγενής παράγοντας, που έχει σκοπό να επιβραδύνει ή να επιταχύνει την κοινωνική εξέλιξη και την εκχώρηση Δύναμης και κοινωνικοπολιτικών δικαιωμάτων ή να στερήσει τον άνθρωπο και τον πολίτη από τη Γνώση. Μεταδίδεται δε στην ίδια ένταση σε κάθε σημείο στους κόλπους της κοινωνίας, που πιέζεται ή τρίβεται με μιαν άλλη και παλεύει, ώστε να μη συντριβεί.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Κινήσεως και Αυτοκινήσεως
Όταν κάποιος, είτε οργανωμένο κράτος είναι, είτε μεμονωμένος πολίτης, κινδυνεύει να χάσει τα κεκτημένα, προσφεύγει στη χρήση βίας. Το έχει αποδείξει, πολλές φορές και σε διαφορετικές χωροχρονικά κοινωνίες, η Ιστορία. Η βία είναι το συνηθέστερο μέσο, που χρησιμοποιούν οι κρατούντες, για να επιβάλλουν την εξουσία και τη θέλησή τους στις κοινωνίες.
Όλα όσα υπάρχουν επί της γης βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης μεταξύ τους και δεν παραμένουν ποτέ απολύτως ακίνητα. Ένα πράγμα, σε συνδυασμό πληθώρας εξωγενών και ενδογενών αιτίων, βρίσκεται σε συνεχή κινητικότητα. Έτσι, ωθεί σε κίνηση κάτι άλλο, το οποίο, κι αυτό με τη σειρά του, στέκεται η αιτία της κίνησης κάποιου τρίτου πράγματος, που, επίσης, θέτει σε διαρκή κίνηση σειρά άλλων. Δεν πρέπει, όμως, να παραγνωρίζουμε και την αυτοκίνηση των σωμάτων, η οποία εμφανίζεται σ’ όλα τα σώματα και δίχως να χρειάζεται να «συνυπάρχουν» με άλλα, τα οποία θα τα έθεταν σε νέα, διαφορετικής, κάποτε, σκοπιμότητας απ’ την αυτοκίνηση, κίνηση.
Ταυτόχρονα, ας θυμηθούμε πως η κίνηση, συνήθως, έχει αποτέλεσμα τη φανέρωση αλλαγών τόσο στο κινούμενο, όσο και στο κινούν πράγμα. Όμοια, επειδή, στο πέρασμα των χρόνων, οι σχέσεις μεταξύ των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών και του πλήθους βρίσκονταν σε διαρκή κινητικότητα λόγω λαϊκών ξεσηκωμών ή προσπαθειών της άρχουσας τάξης να επιβάλλει βίαια την εξουσία της, στο εσωτερικό και των δύο μερών (κρατούντες – λαός) και στον τρόπο που συμβάλλουν στην κοινωνική ευημερία και πρόοδο συνέβησαν σημαντικές μεταβολές στην εξεύρεση μέσων παραγωγής και εκμετάλλευσης των υλικών αγαθών, καθώς και στον τρόπο διακυβέρνησης των κοινωνιών (συμμετοχή ή όχι των πολιτών στη λήψη αποφάσεων σχετικά με την οικονομία, την πολιτική, την παιδεία, την εργασία, την κατοικία και την υγεία τους), αλλά και στη θέσπιση νόμων, που ορίζουν κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα υπό την εποπτεία των αρχόντων ή με λαοκρατία.
Ο άνθρωπος, είτε από μόνος του – είτε κατόπιν «ξένων» επιδράσεων, όσο ζει, κινείται διαρκώς, βλέπει, ακούει, μιλάει, γράφει, ερωτεύεται, πικραίνεται, χαίρεται, διδάσκεται, μαθαίνει, εξελίσσεται, προοδεύει, δεν μένει, ποτέ, στάσιμος. Για την αυτοκίνηση, άλλοτε τον βοηθά η λογική κι άλλες φορές, το συναίσθημα, ενώ σημαντική για την κίνηση είναι η εξωτερική ώθηση της κοινωνίας. Αδιάκοπα, όμως, κινούνται και εξελίσσονται και τα κοινωνικά σύνολα, είτε ομιλούμε για περιορισμένες χωροχρονικά κοινότητες, είτε για πιο «ανοιχτές» κοινωνίες.
Συγκεκριμένη κίνηση ή πράξη ενός ανθρώπου και ενός κοινωνικού συνόλου, πάντως, έχει και συγκεκριμένο αποτέλεσμα, άλλο, βεβαίως, η αυτοκίνηση, άλλο η από εξωτερικούς παράγοντες επιβαλλόμενη κίνηση. Αναφερόμενοι, επομένως, γενικά σε αλλαγές, στεκόμαστε σ’ όσες εγράφησαν προηγουμένως σε κοινωνικό επίπεδο και τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι ιστορικοί, οι κοινωνιολόγοι και οι οικονομολόγοι, που πρέπει να συνεργάζονται για την προς όλες τις πτυχές διερεύνηση του ιστορικού παρελθόντος, για τη χωρίς επηρεασμούς αντιμετώπιση των παρόντων και για το προγραμματισμό – σχεδιασμό, με διορατικότητα, του μέλλοντος, αφού κι οι ισχυροί και τα λαϊκά στρώματα, παρότι οι «τριβές» τους παράγουν κίνηση, είναι αυτοκινούμενα σώματα και, πάντοτε, οι πρωταγωνιστές της Ιστορίας, μέσα απ’ τη «σύγκρουση και τριβή» των οποίων οι προσωπικότητες, εκμεταλλευόμενες τις «συγκυρίες», αναφύονται.
Με την κίνηση και την αλληλεξάρτηση, δεν έχουμε, εξάλλου, αλλαγές μόνο στις κοινωνίες, αλλά και στα άτομα, που τις απαρτίζουν, ισομεγέθεις, μα περισσότερες από την αυτοκίνηση, η οποία, νομίζω, δεν διακόπτεται ποτέ, παρά την εξωτερική επιρροή, αλλά συνεχίζεται ταυτόχρονη και παράλληλη της έξωθεν επιρροής. Οι μεταβολές αυτές είναι εμφανείς και στο σώμα των ανθρώπων (σωματική υγεία, εξωτερική εμφάνιση π.χ.), όσο και στον εσωτερικό τους κόσμο (ο τρόπος που σκέφτονται, τα συναισθήματα που νιώθουν και οι προερχόμενες από εσωτερικές «διεργασίες» αντιδράσεις τους προς τον έξω κόσμο κ.α.) και διαμορφώνουν, στην εκάστοτε χρονική στιγμή και σε συγκεκριμένο τόπο, έναν ορισμένο ανθρώπινο οργανισμό και χαρακτήρα, που, αφού έχει τεθεί και από άλλους σε κίνηση, με τη σειρά του βάζει κάποιους άλλους κι αυτός να κινηθούν.
Η κίνηση του ανθρώπου, αλλά και όλων των έμβιων, φυτικών – ζωικών, οργανισμών, μα και των ανθρώπινων κοινωνιών, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, συντελεί στην ανάπτυξή τους και, κατά την άποψη αρκετών παλαιοτέρων και σύγχρονων, είναι θεόσταλτος, εάν επιτρέπεται να το πούμε και έτσι, κινητήριος «μοχλός» της ύπαρξής τους. Και τούτο γίνεται πιο κατανοητό, εάν αντιληφθούμε ότι, η ανάπτυξη σχετίζεται κατεξοχήν με μεταβολές στην κίνηση ενός οργανισμού, μα και να ξέρουμε ότι για να μεταβληθεί (αυξηθεί ή μειωθεί) η ταχύτητα ανάλυσης ή σύνθεσης των δεδομένων της ανθρώπινης, δημόσιας και προσωπικής, ζωής, θα πρέπει να εξασκούνται εξωτερικές δυνάμεις, οι οποίες, εάν είναι ισομεγέθεις μ’ εκείνες, που ο ίδιος ο οργανισμός προς τις εξωγενείς ασκεί, τότε η ζωή ισορροπεί.
Μια από τις συνηθέστερες μορφές κίνησης είναι η ευθύγραμμη ομαλή, κατά την οποία η διεύθυνση και το μέτρο της ταχύτητας των διαφόρων κοινωνικών λειτουργιών σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο παραμένουν το ίδιο, ανεπηρέαστες από κάθε ερέθισμα.
Επιπλέον, οσάκις η ταχύτητα, με την οποία συντίθενται ή αναλύονται τα κοινωνικά δεδομένα, μεταβάλλεται και η παρουσία τους διαγράφει (τυχαία ή ορισμένη) καμπύλη τροχιά, έχουμε την καμπυλόγραμμη μεταβαλλόμενη κίνηση.
Η κάθε είδους κίνηση, όμως, απαιτεί οι κινούμενοι να ‘χουν τα μάτια και τ’ αφτιά τους ορθάνοιχτα, γιατί, πάντα, ελλοχεύει, μέσα στη βιασύνη, ο κίνδυνος, φρονώ, ν’ «αλλοιωθούν», να συνθλιφθούν και να ποδοπατηθούν πατροπαράδοτες αξίες και παραδοχές, αλλά και να παρεκτραπεί ο αγώνας ο αδιάκοπος για την εξεύρεση των νόμων, που διέπουν την αλήθεια, τη γνώση, τη σοφία, τη λειτουργία της φύσης και του κόσμου, τα εσώψυχα κάθε ανθρώπου. Ο αγώνας αυτός δεν πρέπει να παρεκτραπεί, γιατί και συνεχής είναι και, όπως και η κίνηση και η αυτοκίνηση, δεν έχει τέλος, αν και γνωρίζουμε την αρχή του.
Καταλήγοντας το τωρινό σημείωμα, ας δεχτούμε ότι, για να ‘ναι επωφελής για κάποιο άτομο και μιαν κοινωνία, η κίνηση πρέπει να ‘χει, ταυτόχρονα, «τιμονιέρηδες», όπως η σωστή αυτοκίνηση, και τη λογική και το συναίσθημα. Τότε, επιτυγχάνεται και η αυτογνωσία για βελτίωση του κόσμου και οι αλλαγές, που σημειώνονται στους κόλπους μιας κοινότητας, αφορούν όλους όσοι ζουν και εργάζονται εκεί, χωρίς διαχωρισμό σε εκμεταλλευτές κρατούντες και εκμεταλλευόμενη λαϊκή τάξη και δίχως να φτάνουμε σ’ οχλοκρατία. Μ’ άλλα λόγια, η κίνηση έχει, τότε, κοινωφελή και μακροχρόνια αποτελέσματα.
Όλα όσα υπάρχουν επί της γης βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης μεταξύ τους και δεν παραμένουν ποτέ απολύτως ακίνητα. Ένα πράγμα, σε συνδυασμό πληθώρας εξωγενών και ενδογενών αιτίων, βρίσκεται σε συνεχή κινητικότητα. Έτσι, ωθεί σε κίνηση κάτι άλλο, το οποίο, κι αυτό με τη σειρά του, στέκεται η αιτία της κίνησης κάποιου τρίτου πράγματος, που, επίσης, θέτει σε διαρκή κίνηση σειρά άλλων. Δεν πρέπει, όμως, να παραγνωρίζουμε και την αυτοκίνηση των σωμάτων, η οποία εμφανίζεται σ’ όλα τα σώματα και δίχως να χρειάζεται να «συνυπάρχουν» με άλλα, τα οποία θα τα έθεταν σε νέα, διαφορετικής, κάποτε, σκοπιμότητας απ’ την αυτοκίνηση, κίνηση.
Ταυτόχρονα, ας θυμηθούμε πως η κίνηση, συνήθως, έχει αποτέλεσμα τη φανέρωση αλλαγών τόσο στο κινούμενο, όσο και στο κινούν πράγμα. Όμοια, επειδή, στο πέρασμα των χρόνων, οι σχέσεις μεταξύ των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών και του πλήθους βρίσκονταν σε διαρκή κινητικότητα λόγω λαϊκών ξεσηκωμών ή προσπαθειών της άρχουσας τάξης να επιβάλλει βίαια την εξουσία της, στο εσωτερικό και των δύο μερών (κρατούντες – λαός) και στον τρόπο που συμβάλλουν στην κοινωνική ευημερία και πρόοδο συνέβησαν σημαντικές μεταβολές στην εξεύρεση μέσων παραγωγής και εκμετάλλευσης των υλικών αγαθών, καθώς και στον τρόπο διακυβέρνησης των κοινωνιών (συμμετοχή ή όχι των πολιτών στη λήψη αποφάσεων σχετικά με την οικονομία, την πολιτική, την παιδεία, την εργασία, την κατοικία και την υγεία τους), αλλά και στη θέσπιση νόμων, που ορίζουν κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα υπό την εποπτεία των αρχόντων ή με λαοκρατία.
Ο άνθρωπος, είτε από μόνος του – είτε κατόπιν «ξένων» επιδράσεων, όσο ζει, κινείται διαρκώς, βλέπει, ακούει, μιλάει, γράφει, ερωτεύεται, πικραίνεται, χαίρεται, διδάσκεται, μαθαίνει, εξελίσσεται, προοδεύει, δεν μένει, ποτέ, στάσιμος. Για την αυτοκίνηση, άλλοτε τον βοηθά η λογική κι άλλες φορές, το συναίσθημα, ενώ σημαντική για την κίνηση είναι η εξωτερική ώθηση της κοινωνίας. Αδιάκοπα, όμως, κινούνται και εξελίσσονται και τα κοινωνικά σύνολα, είτε ομιλούμε για περιορισμένες χωροχρονικά κοινότητες, είτε για πιο «ανοιχτές» κοινωνίες.
Συγκεκριμένη κίνηση ή πράξη ενός ανθρώπου και ενός κοινωνικού συνόλου, πάντως, έχει και συγκεκριμένο αποτέλεσμα, άλλο, βεβαίως, η αυτοκίνηση, άλλο η από εξωτερικούς παράγοντες επιβαλλόμενη κίνηση. Αναφερόμενοι, επομένως, γενικά σε αλλαγές, στεκόμαστε σ’ όσες εγράφησαν προηγουμένως σε κοινωνικό επίπεδο και τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι ιστορικοί, οι κοινωνιολόγοι και οι οικονομολόγοι, που πρέπει να συνεργάζονται για την προς όλες τις πτυχές διερεύνηση του ιστορικού παρελθόντος, για τη χωρίς επηρεασμούς αντιμετώπιση των παρόντων και για το προγραμματισμό – σχεδιασμό, με διορατικότητα, του μέλλοντος, αφού κι οι ισχυροί και τα λαϊκά στρώματα, παρότι οι «τριβές» τους παράγουν κίνηση, είναι αυτοκινούμενα σώματα και, πάντοτε, οι πρωταγωνιστές της Ιστορίας, μέσα απ’ τη «σύγκρουση και τριβή» των οποίων οι προσωπικότητες, εκμεταλλευόμενες τις «συγκυρίες», αναφύονται.
Με την κίνηση και την αλληλεξάρτηση, δεν έχουμε, εξάλλου, αλλαγές μόνο στις κοινωνίες, αλλά και στα άτομα, που τις απαρτίζουν, ισομεγέθεις, μα περισσότερες από την αυτοκίνηση, η οποία, νομίζω, δεν διακόπτεται ποτέ, παρά την εξωτερική επιρροή, αλλά συνεχίζεται ταυτόχρονη και παράλληλη της έξωθεν επιρροής. Οι μεταβολές αυτές είναι εμφανείς και στο σώμα των ανθρώπων (σωματική υγεία, εξωτερική εμφάνιση π.χ.), όσο και στον εσωτερικό τους κόσμο (ο τρόπος που σκέφτονται, τα συναισθήματα που νιώθουν και οι προερχόμενες από εσωτερικές «διεργασίες» αντιδράσεις τους προς τον έξω κόσμο κ.α.) και διαμορφώνουν, στην εκάστοτε χρονική στιγμή και σε συγκεκριμένο τόπο, έναν ορισμένο ανθρώπινο οργανισμό και χαρακτήρα, που, αφού έχει τεθεί και από άλλους σε κίνηση, με τη σειρά του βάζει κάποιους άλλους κι αυτός να κινηθούν.
Η κίνηση του ανθρώπου, αλλά και όλων των έμβιων, φυτικών – ζωικών, οργανισμών, μα και των ανθρώπινων κοινωνιών, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, συντελεί στην ανάπτυξή τους και, κατά την άποψη αρκετών παλαιοτέρων και σύγχρονων, είναι θεόσταλτος, εάν επιτρέπεται να το πούμε και έτσι, κινητήριος «μοχλός» της ύπαρξής τους. Και τούτο γίνεται πιο κατανοητό, εάν αντιληφθούμε ότι, η ανάπτυξη σχετίζεται κατεξοχήν με μεταβολές στην κίνηση ενός οργανισμού, μα και να ξέρουμε ότι για να μεταβληθεί (αυξηθεί ή μειωθεί) η ταχύτητα ανάλυσης ή σύνθεσης των δεδομένων της ανθρώπινης, δημόσιας και προσωπικής, ζωής, θα πρέπει να εξασκούνται εξωτερικές δυνάμεις, οι οποίες, εάν είναι ισομεγέθεις μ’ εκείνες, που ο ίδιος ο οργανισμός προς τις εξωγενείς ασκεί, τότε η ζωή ισορροπεί.
Μια από τις συνηθέστερες μορφές κίνησης είναι η ευθύγραμμη ομαλή, κατά την οποία η διεύθυνση και το μέτρο της ταχύτητας των διαφόρων κοινωνικών λειτουργιών σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο παραμένουν το ίδιο, ανεπηρέαστες από κάθε ερέθισμα.
Επιπλέον, οσάκις η ταχύτητα, με την οποία συντίθενται ή αναλύονται τα κοινωνικά δεδομένα, μεταβάλλεται και η παρουσία τους διαγράφει (τυχαία ή ορισμένη) καμπύλη τροχιά, έχουμε την καμπυλόγραμμη μεταβαλλόμενη κίνηση.
Η κάθε είδους κίνηση, όμως, απαιτεί οι κινούμενοι να ‘χουν τα μάτια και τ’ αφτιά τους ορθάνοιχτα, γιατί, πάντα, ελλοχεύει, μέσα στη βιασύνη, ο κίνδυνος, φρονώ, ν’ «αλλοιωθούν», να συνθλιφθούν και να ποδοπατηθούν πατροπαράδοτες αξίες και παραδοχές, αλλά και να παρεκτραπεί ο αγώνας ο αδιάκοπος για την εξεύρεση των νόμων, που διέπουν την αλήθεια, τη γνώση, τη σοφία, τη λειτουργία της φύσης και του κόσμου, τα εσώψυχα κάθε ανθρώπου. Ο αγώνας αυτός δεν πρέπει να παρεκτραπεί, γιατί και συνεχής είναι και, όπως και η κίνηση και η αυτοκίνηση, δεν έχει τέλος, αν και γνωρίζουμε την αρχή του.
Καταλήγοντας το τωρινό σημείωμα, ας δεχτούμε ότι, για να ‘ναι επωφελής για κάποιο άτομο και μιαν κοινωνία, η κίνηση πρέπει να ‘χει, ταυτόχρονα, «τιμονιέρηδες», όπως η σωστή αυτοκίνηση, και τη λογική και το συναίσθημα. Τότε, επιτυγχάνεται και η αυτογνωσία για βελτίωση του κόσμου και οι αλλαγές, που σημειώνονται στους κόλπους μιας κοινότητας, αφορούν όλους όσοι ζουν και εργάζονται εκεί, χωρίς διαχωρισμό σε εκμεταλλευτές κρατούντες και εκμεταλλευόμενη λαϊκή τάξη και δίχως να φτάνουμε σ’ οχλοκρατία. Μ’ άλλα λόγια, η κίνηση έχει, τότε, κοινωφελή και μακροχρόνια αποτελέσματα.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Εργασίας και Ελευθερίας
Όλοι, σχεδόν, οι άνθρωποι εργάζουνται ή, τουλάχιστον, επιθυμούν να εργάζουνται. Πέραν της χαράς της δημιουργίας και της κοινωνικής προσφοράς, όταν δουλεύουνε χωρίς άνωθεν καταπίεση, τους κατέχει μεγάλη χαρά, γιατί εξασφαλίζουνε και τα προς το ζην και συμβάλλουνε στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων.
Πολλοί λένε ότι ο πραγματικός προορισμός της εργασίας είναι κοινωνικός. Δηλαδή, εάν δουλεύεις για τον εαυτό σου, στην πραγματικότητα, εργάζεσαι για το κοινωνικό σύνολο. Ο καθένας, μ’ εξειδικευμένη «αποστολή», δουλεύει για όλους και όλοι συνεργάζουνται μεταξύ τους. Παρατηρήστε τις κοινωνίες των μερμηγκιών και θα ιδείτε ότι, με τη συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας, τα καθημερινά προβλήματα φαίνουνται πιο εύκολα, λύνουνται με κοινές προσπάθειες.
Καθένας, πλέον, με λυμένα τα περισσότερα προβλήματά του, νιώθει και είναι λεύτερος. Απαλλαγμένος από άγχη και διάφορα αντικοινωνικά συμπλέγματα (ανωτερότητας ή κατωτερότητας), γνωρίζει ό,τι πραγματικά θέλει από τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, ποιες είναι οι αληθινές δυνάμεις και δυνατότητές του και πώς μπορεί να πετύχει ό,τι θέλει ή καθετί, που του εξασφαλίζει τα προς «το ζην και το ευ ζην». Έτσι, βαθμιαία, ανεβαίνει την «κλίμακα» της ζωής και προσεγγίζει, σιγά – σιγά πλην με σταθερά βήματα, την ευτυχία, χωρίς αρρωστημένα προσωπικά πάθη ή συμφεροντολόγους «αφέντες» να τον «δυναστεύουν» ή να τον παγιδεύουνε…
Στην καθημερινή μας ζωή, συναντούμε, πέρα από τους φίλεργους, και αυτούς που αρνούνται να εργαστούν και παρασιτούν σε βάρος των άλλων και όσους ψάχνουν δουλειά, αλλά δεν καταφέρνουν να βρουν. Εάν η εργατικότητα βοηθά τον άνθρωπο να προκόψει και τον γιομίζει χαρά και διάθεση για κοινωνική προσφορά, η ανεργία τον «πληγώνει» και τον κάνει να μιλά για «κοινωνική αδικία» αλλά συνάμα τον παρακινεί σ’ αδιάκοπους αγώνες, ενώ η αεργία τον ωθεί να δαπανά, ως «τζίτζικας», τον κόπο των άλλων.
Φανταστείτε πώς είναι ένας άνθρωπος που δεν εργάζεται. Ιδίως, όποιος εκούσια απέχει, λόγω οκνηρίας, από τον καθημερινό μόχτο, ο άεργος. Μπορεί να ‘χει πιότερο λεύτερο χρόνο στη διάθεσή του για ψυχοπνευματική καλλιέργεια, αλλά δεν τον εκμεταλλεύεται. Στον αντίποδα, αν και επιδίδεται στην καλοπέραση, είναι γιομάτος άλυτα προβλήματα, προσωπικές, πρώτιστα, ανασφάλειες, γίνεται αντικοινωνικός και εσωστρεφής• κλείνεται, όσο περνά ο χρόνος, στον εαυτό του, όσο γίνεται πιο πολύ, και καταπιέζοντάς τον, απομακρύνεται πιότερο και μακρύτερα από τον κοινωνικό προορισμό του. Η παρουσία του άεργου στη ζωή είναι όμοια μ’ ενός κοινοβλαβούς παρασίτου.
Ο ακούσια άνεργος, αντίθετα, παρότι αισθάνεται πόνο από την «κοινωνική αδικία» που υφίσταται, εφόσον η κοινωνία δεν αναγνωρίζει τους κόπους και τους αγώνες του, δεν παραμένει αδρανής και δεν κυνηγά την άνετη και ευχάριστη ζωή• φροντίζει να εφοδιάζεται με διαρκώς νέες γνώσεις και εμπειρίες, που θ’ αναφανούν χρήσιμες και στον ίδιο και στο κοινωνικό σύνολο, όταν βρει δουλειά. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί γνωρίζει καλά ταυτόχρονα ότι – εάν με την εργασία μπορεί να διευρύνει τους ορίζοντές του με τις συναναστροφές του στο χώρο της δουλειάς, αλλά, ταυτόχρονα, και με τις «στροφές», που πρέπει να παίρνει το μυαλό του, για ν’ αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της εργασίας – κι ως πού μπορεί να φτάσει η ελευθερία του. Συνήθως, πιστεύεται πως το όριο αυτό είναι ο σεβασμός από τον εργαζόμενο της ελευθερίας και των δικαιωμάτων των συνανθρώπων και όσων εργάζονται μαζύ του. Έτσι, ο πολίτης, είτε εργάζεται είτε παραμένει, χωρίς να το θέλει, άνεργος, εξασφαλίζει και το σεβασμό προς την προσωπική του ελευθερία, η οποία διευρύνεται με τη συμπαράσταση και τη συνδρομή του κοινωνικού του περίγυρου.
Κι αυτό γίνεται πιο κατανοητό, εάν συνδέσουμε την ελευθερία με την ηθική, την πνευματική καταξίωση του ανθρώπου και τη γνώση των ψυχοσωματικών του δυνατοτήτων. Με την εργασία, ο άνθρωπος πνευματικά ανοίγει νέους ορίζοντες, καλλιεργεί το νου του, τον μαθαίνει να σκέφτεται και να δρα κοινωφελώς και απελευθερωμένος από προκαταλήψεις και πατροπαράδοτες δεισιδαιμονίες να χαράσσει την κοινωνική του πορεία, να προνοεί για το μέλλον και να ονειρεύεται πώς θα υλοποιήσει τα σχέδιά του.
Εάν το δούμε, τέλος, από ηθικής πλευράς, είναι πανθομολογούμενο πως ο άνθρωπος, που βλέπει την εργασία ως κοινωφελή προσφορά κι όχι σαν μέσο κερδοσκοπίας εις βάρος των άλλων ή κοινωνική «αγγαρεία» εις βάρος του ίδιου, χαίρεται να προσφέρει. Έτσι, λεύτερος από πάθη, που, ίσως, τον κρατούν σε απόσταση από τους άλλους, εργάζεται με πυξίδα την κοινωνική ελευθερία, η οποία, με τη σειρά της, φέρνει, έπειτα, στον καθένα μας την προσωπική του ελευθερία…
Πολλοί λένε ότι ο πραγματικός προορισμός της εργασίας είναι κοινωνικός. Δηλαδή, εάν δουλεύεις για τον εαυτό σου, στην πραγματικότητα, εργάζεσαι για το κοινωνικό σύνολο. Ο καθένας, μ’ εξειδικευμένη «αποστολή», δουλεύει για όλους και όλοι συνεργάζουνται μεταξύ τους. Παρατηρήστε τις κοινωνίες των μερμηγκιών και θα ιδείτε ότι, με τη συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας, τα καθημερινά προβλήματα φαίνουνται πιο εύκολα, λύνουνται με κοινές προσπάθειες.
Καθένας, πλέον, με λυμένα τα περισσότερα προβλήματά του, νιώθει και είναι λεύτερος. Απαλλαγμένος από άγχη και διάφορα αντικοινωνικά συμπλέγματα (ανωτερότητας ή κατωτερότητας), γνωρίζει ό,τι πραγματικά θέλει από τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, ποιες είναι οι αληθινές δυνάμεις και δυνατότητές του και πώς μπορεί να πετύχει ό,τι θέλει ή καθετί, που του εξασφαλίζει τα προς «το ζην και το ευ ζην». Έτσι, βαθμιαία, ανεβαίνει την «κλίμακα» της ζωής και προσεγγίζει, σιγά – σιγά πλην με σταθερά βήματα, την ευτυχία, χωρίς αρρωστημένα προσωπικά πάθη ή συμφεροντολόγους «αφέντες» να τον «δυναστεύουν» ή να τον παγιδεύουνε…
Στην καθημερινή μας ζωή, συναντούμε, πέρα από τους φίλεργους, και αυτούς που αρνούνται να εργαστούν και παρασιτούν σε βάρος των άλλων και όσους ψάχνουν δουλειά, αλλά δεν καταφέρνουν να βρουν. Εάν η εργατικότητα βοηθά τον άνθρωπο να προκόψει και τον γιομίζει χαρά και διάθεση για κοινωνική προσφορά, η ανεργία τον «πληγώνει» και τον κάνει να μιλά για «κοινωνική αδικία» αλλά συνάμα τον παρακινεί σ’ αδιάκοπους αγώνες, ενώ η αεργία τον ωθεί να δαπανά, ως «τζίτζικας», τον κόπο των άλλων.
Φανταστείτε πώς είναι ένας άνθρωπος που δεν εργάζεται. Ιδίως, όποιος εκούσια απέχει, λόγω οκνηρίας, από τον καθημερινό μόχτο, ο άεργος. Μπορεί να ‘χει πιότερο λεύτερο χρόνο στη διάθεσή του για ψυχοπνευματική καλλιέργεια, αλλά δεν τον εκμεταλλεύεται. Στον αντίποδα, αν και επιδίδεται στην καλοπέραση, είναι γιομάτος άλυτα προβλήματα, προσωπικές, πρώτιστα, ανασφάλειες, γίνεται αντικοινωνικός και εσωστρεφής• κλείνεται, όσο περνά ο χρόνος, στον εαυτό του, όσο γίνεται πιο πολύ, και καταπιέζοντάς τον, απομακρύνεται πιότερο και μακρύτερα από τον κοινωνικό προορισμό του. Η παρουσία του άεργου στη ζωή είναι όμοια μ’ ενός κοινοβλαβούς παρασίτου.
Ο ακούσια άνεργος, αντίθετα, παρότι αισθάνεται πόνο από την «κοινωνική αδικία» που υφίσταται, εφόσον η κοινωνία δεν αναγνωρίζει τους κόπους και τους αγώνες του, δεν παραμένει αδρανής και δεν κυνηγά την άνετη και ευχάριστη ζωή• φροντίζει να εφοδιάζεται με διαρκώς νέες γνώσεις και εμπειρίες, που θ’ αναφανούν χρήσιμες και στον ίδιο και στο κοινωνικό σύνολο, όταν βρει δουλειά. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί γνωρίζει καλά ταυτόχρονα ότι – εάν με την εργασία μπορεί να διευρύνει τους ορίζοντές του με τις συναναστροφές του στο χώρο της δουλειάς, αλλά, ταυτόχρονα, και με τις «στροφές», που πρέπει να παίρνει το μυαλό του, για ν’ αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της εργασίας – κι ως πού μπορεί να φτάσει η ελευθερία του. Συνήθως, πιστεύεται πως το όριο αυτό είναι ο σεβασμός από τον εργαζόμενο της ελευθερίας και των δικαιωμάτων των συνανθρώπων και όσων εργάζονται μαζύ του. Έτσι, ο πολίτης, είτε εργάζεται είτε παραμένει, χωρίς να το θέλει, άνεργος, εξασφαλίζει και το σεβασμό προς την προσωπική του ελευθερία, η οποία διευρύνεται με τη συμπαράσταση και τη συνδρομή του κοινωνικού του περίγυρου.
Κι αυτό γίνεται πιο κατανοητό, εάν συνδέσουμε την ελευθερία με την ηθική, την πνευματική καταξίωση του ανθρώπου και τη γνώση των ψυχοσωματικών του δυνατοτήτων. Με την εργασία, ο άνθρωπος πνευματικά ανοίγει νέους ορίζοντες, καλλιεργεί το νου του, τον μαθαίνει να σκέφτεται και να δρα κοινωφελώς και απελευθερωμένος από προκαταλήψεις και πατροπαράδοτες δεισιδαιμονίες να χαράσσει την κοινωνική του πορεία, να προνοεί για το μέλλον και να ονειρεύεται πώς θα υλοποιήσει τα σχέδιά του.
Εάν το δούμε, τέλος, από ηθικής πλευράς, είναι πανθομολογούμενο πως ο άνθρωπος, που βλέπει την εργασία ως κοινωφελή προσφορά κι όχι σαν μέσο κερδοσκοπίας εις βάρος των άλλων ή κοινωνική «αγγαρεία» εις βάρος του ίδιου, χαίρεται να προσφέρει. Έτσι, λεύτερος από πάθη, που, ίσως, τον κρατούν σε απόσταση από τους άλλους, εργάζεται με πυξίδα την κοινωνική ελευθερία, η οποία, με τη σειρά της, φέρνει, έπειτα, στον καθένα μας την προσωπική του ελευθερία…
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Αρετών και Κινήτρων
Ίσως κάποιοι πουν ότι τα χρήματα, η επίγεια εφήμερη δόξα και η αιώνια υστεροφημία εμπνέουν ένα ζωγράφο να φτιάξει έναν πίνακα, κάποιον ποιητή να σκαρώσει ένα ποίημα, έναν ηθοποιό να πετύχει στο ρόλο που καλείται να υποκριθεί. Θα διαφωνήσω μεταξύ τους, όχι γιατί δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρα τα προαναφερόμενα όλα μαζί ή ένα απ’ αυτά, αλλά επειδή, προσωπικά, νομίζω πως το ομορφότερο και το ακατάλυτο κίνητρο, για να μεγαλουργήσει ένας καλλιτέχνης ή λογοτέχνης είναι – παρά τις πίκρες του – ο αγνός και ανιδιοτελής έρως, ο οποίος χαρίζει στους ερωτευμένους ένα «αλεξικέραυνο και ουράνιο τόξο» τους χειμώνες και έναν ολόλαμπρο «ήλιο» τα καλοκαίρια ως πηγές έμπνευσης…
Ποιες, όμως, αρετές θα βοηθήσουν τους ανθρώπους της εποχής μας να βρουν κίνητρα, για ν’ αγωνίζονται να προκόψουν στον προσωπικό και τον κοινωνικό τομέα, αλλά και να τους γεμίσουν με όρεξη για τη ζωή και καλλιτεχνική «ευαισθησία» και, συνάμα, να τους κάμουν εραστές και λάτρεις του ωραίου; Τι θα μπορούσε ως παρόρμηση να «σπρώξει» τους σημερινούς ανθρώπους ν’ αποδιώχνουν μακριά κάθε «κακογουστιά και ασχήμια», που ανυπόφορη έχουν, πλέον, καταντήσει την καθημερινή μας ζωή;
Τα ερωτήματα δεν είναι και τόσο εύκολα και δεν απαντώνται με βιασύνη. Πρέπει να συνυπολογίσουμε, πρώτ’ απ’ όλα, τις ιδιαιτερότητες της εποχής μας και, κατόπιν, τα ξεχωριστά γνωρίσματα της κάθε προσωπικότητας και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, στην οποία ζούμε και εργαζόμαστε μαζί με τους συνανθρώπους μας. Κι αυτό αποχτά ξεχωριστή σημασία, εάν σκεφτούμε πως διαφορετικά κριτήρια χρησιμοποιούν, για να (προσδι)ορίζουν την προκοπή διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνίες και προσωπικότητες.
Κατόπιν, ας ξεχωρίσουμε τις αρετές, με τις οποίες, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είμαστε προικισμένοι καθημερινά, σε ψυχικές, πνευματικές και ηθικές, προκειμένου να βρούμε μιαν «κοινή συνιστώσα» ανάμεσα στα κριτήρια, που ίσως χρησιμοποιήσει ο μέσος άνθρωπος, Έλληνας ή ξένος, άντρας ή γυναίκα, νέος ή μεγάλος σε ηλικία, πλούσιος ή φτωχός, μορφωμένος ή απαίδευτος, για να τις καθορίσει.
Έτσι, ψυχικές αρετές καλώ όσες αναφέρονται στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και είναι αναγκαίες , έτσι νομίζω τουλάχιστον, να του προσφέρουν γαλήνη και να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος για την εκτίμηση, τη συμπάθεια, τη φιλία, την αγάπη και τον έρωτα. Αναφέρομαι στην ψυχραιμία, στο θάρρος, στο ζήλο και τον ενθουσιασμό για εργασία και προσφορά, στην καρτερικότητα, στην υπομονή και επιμονή, στην αποβολή του άγχους κ.α..
Έπονται οι αποκαλούμενες πνευματικές αρετές, που συνίστανται, μεταξύ άλλων, στη διορατικότητα, την ευστροφία, τη φαντασία, την ικανότητα πρόληψης και σύλληψης επίκαιρων ιδεών, την ανανέωση της ιδεολογικής «φαρέτρας», την έλλειψη εφησυχασμού. Θα αναφέρω, στο παρόν σημείωμα, ως ηθικές αρετές την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, την ανθρωπιά, το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, την κοινωφελή άσκηση ενός επαγγέλματος κι απορρίπτω τον καταστροφικό θυμό, τη ζημιογόνα ζήλια, τον τυφλό φανατισμό και την αβάσιμη αντίδραση για την αντίδραση.
Στον επίλογό μας, λοιπόν, προτείνονται όχι αυτοπεριθωριοποίηση, μα συμμετοχή στα κοινά, όχι αδρανοποίηση, μα λήψη κοινωνικών πρωτοβουλιών, συνεργασία με όσους μας περιβάλλουν (οικογένεια – κοινωνία), διάλογος και αλληλοκατανόηση – αλληλοβοήθεια και στις καλές μέρες και στις δύσκολες στιγμές… εάν θέλουμε να βρούμε κίνητρα και ν’ αγωνιζόμαστε, αδιάκοπα και εκούσια, για ατομική προκοπή και κοινωνική ευημερία!
Ποιες, όμως, αρετές θα βοηθήσουν τους ανθρώπους της εποχής μας να βρουν κίνητρα, για ν’ αγωνίζονται να προκόψουν στον προσωπικό και τον κοινωνικό τομέα, αλλά και να τους γεμίσουν με όρεξη για τη ζωή και καλλιτεχνική «ευαισθησία» και, συνάμα, να τους κάμουν εραστές και λάτρεις του ωραίου; Τι θα μπορούσε ως παρόρμηση να «σπρώξει» τους σημερινούς ανθρώπους ν’ αποδιώχνουν μακριά κάθε «κακογουστιά και ασχήμια», που ανυπόφορη έχουν, πλέον, καταντήσει την καθημερινή μας ζωή;
Τα ερωτήματα δεν είναι και τόσο εύκολα και δεν απαντώνται με βιασύνη. Πρέπει να συνυπολογίσουμε, πρώτ’ απ’ όλα, τις ιδιαιτερότητες της εποχής μας και, κατόπιν, τα ξεχωριστά γνωρίσματα της κάθε προσωπικότητας και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, στην οποία ζούμε και εργαζόμαστε μαζί με τους συνανθρώπους μας. Κι αυτό αποχτά ξεχωριστή σημασία, εάν σκεφτούμε πως διαφορετικά κριτήρια χρησιμοποιούν, για να (προσδι)ορίζουν την προκοπή διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνίες και προσωπικότητες.
Κατόπιν, ας ξεχωρίσουμε τις αρετές, με τις οποίες, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είμαστε προικισμένοι καθημερινά, σε ψυχικές, πνευματικές και ηθικές, προκειμένου να βρούμε μιαν «κοινή συνιστώσα» ανάμεσα στα κριτήρια, που ίσως χρησιμοποιήσει ο μέσος άνθρωπος, Έλληνας ή ξένος, άντρας ή γυναίκα, νέος ή μεγάλος σε ηλικία, πλούσιος ή φτωχός, μορφωμένος ή απαίδευτος, για να τις καθορίσει.
Έτσι, ψυχικές αρετές καλώ όσες αναφέρονται στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και είναι αναγκαίες , έτσι νομίζω τουλάχιστον, να του προσφέρουν γαλήνη και να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος για την εκτίμηση, τη συμπάθεια, τη φιλία, την αγάπη και τον έρωτα. Αναφέρομαι στην ψυχραιμία, στο θάρρος, στο ζήλο και τον ενθουσιασμό για εργασία και προσφορά, στην καρτερικότητα, στην υπομονή και επιμονή, στην αποβολή του άγχους κ.α..
Έπονται οι αποκαλούμενες πνευματικές αρετές, που συνίστανται, μεταξύ άλλων, στη διορατικότητα, την ευστροφία, τη φαντασία, την ικανότητα πρόληψης και σύλληψης επίκαιρων ιδεών, την ανανέωση της ιδεολογικής «φαρέτρας», την έλλειψη εφησυχασμού. Θα αναφέρω, στο παρόν σημείωμα, ως ηθικές αρετές την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, την ανθρωπιά, το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο, την κοινωφελή άσκηση ενός επαγγέλματος κι απορρίπτω τον καταστροφικό θυμό, τη ζημιογόνα ζήλια, τον τυφλό φανατισμό και την αβάσιμη αντίδραση για την αντίδραση.
Στον επίλογό μας, λοιπόν, προτείνονται όχι αυτοπεριθωριοποίηση, μα συμμετοχή στα κοινά, όχι αδρανοποίηση, μα λήψη κοινωνικών πρωτοβουλιών, συνεργασία με όσους μας περιβάλλουν (οικογένεια – κοινωνία), διάλογος και αλληλοκατανόηση – αλληλοβοήθεια και στις καλές μέρες και στις δύσκολες στιγμές… εάν θέλουμε να βρούμε κίνητρα και ν’ αγωνιζόμαστε, αδιάκοπα και εκούσια, για ατομική προκοπή και κοινωνική ευημερία!
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Αποπροσανατολισμού
Για να σχηματίσει ο άνθρωπος, ως πολίτης, «προσωπική γνώμη» για τα καθημερινά «δρώμενα», φροντίζει, συνήθως, να διασταυρώνει τις διάφορες πληροφορίες, που συλλέγει από παντού. Δεν είναι, όμως, εύκολο αυτό, γιατί πολλοί φροντίζουνε να τον παραπληροφορούν με «θελξικάρδια» μηνύματα ή να τον κατακλύζουν με «αχρείαστες» πληροφορίες, για να τον αποπροσανατολίσουν και να τον κρατούν «δέσμιό» τους.
Η προσπάθεια αποπροσανατολισμού της Κοινής Γνώμης δεν είναι, πάντοτε, φανερή, μήτε οφείλεται στους ίδιους, πάντα, λόγους. Συνήθως, σχετίζεται με την πρόθεση των «πλανευτών» να στρέψουν αλλού τα βλέμματα του κόσμου και να τον κάνουν να μην ασχολείται με ό,τι, πιθανόν, θα τους έφερνε σε «δύσκολη θέση»• π.χ., οι πολιτικοί δεν θέλουνε ν’ ανακατεύεται «στα πόδια τους», δηλαδή στα κέντρα λήψης των σημαντικών κοινωνικοπολιτικών αποφάσεων, τα ιερατεία δεν επιθυμούνε, μεταξύ άλλων, την «ανάμειξη» των πιστών στην ερμηνεία των θεολογικών δογμάτων, οι οικονομικά δυνατοί δεν επιδιώκουν τη συμμετοχή του λαού στη διανομή των ωφελημάτων μιας ορθολογικής οικονομικής διαχείρισης.
Ο έμμεσος αποπροσανατολισμός της Κοινής Γνώμης συνδέεται με την προπαγάνδα και με την εσκεμμένη «παραποίηση» της πραγματικότητας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία, αντί να φροντίζουνε να οξύνουνε το κοινωνικοπολιτικό κριτήριο των ακροατών, των αναγνωστών και των τηλεθεατών, δεν παρουσιάζουνε καμιά πληροφορία της καθημερινής ζωής «ατόφια και καθαρή», χωρίς σχολιασμό δηλαδή, να την κρίνει, όπως θέλει ή – λόγω της «παιδείας» του – μπορεί ο κάθε πολίτης.
Γράφοντας «κοινωνικοπολιτικό κριτήριο», εννοούμε, πασιφανώς, τον τρόπο, με τον οποίο ο καθένας μας προσλαμβάνει όσα γίνουνται, κάθε μέρα, γύρωθέ του και σχετίζουνται άμεσα και έμμεσα, με την πολιτική και την κοινωνία, τους θεσμούς και τις αξίες, τους γραπτούς και άγραφους νόμους και κανόνες, οι οποίοι ορίζουνε και προσδιορίζουνε τα όρια της θεμιτής κοινωνικής συμβίωσης.
Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δε θα πρέπει ν’ αποπροσανατολίζουνε την Κοινή Γνώμη, σε μιαν εποχή σαν τη σημερινή, που όλα αλλάζουν μ’ απίστευτη ευκολία και ταχύτητα. Αντ’ αυτού, οφείλουνε να λειτουργούνε ως ψυχοσώστρα και κοινωφελής πηγή γνώσης. Να διευκρινιστεί, όμως, τωραδά, ότι «γνώση», μέσα στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό «περιβάλλον» παγκοσμίως, είναι κι η αντικειμενική πληροφόρηση, αλλά, κυρίως, το να γνωρίζει κανείς κάτι μετά από προσωπική εμπειρία, προερχόμενη από μελέτη, άσκηση, σπουδές• την ίδια ώρα, «ψυχοσωτήριο» θεωρώ οτιδήποτε λυτρώνει την ανθρώπινη ψυχή από τα καθημερινά της βάσανα, χωρίς, όμως, ποτέ να την αποπροσανατολίζει.
Κανείς, όμως, δεν πρέπει να δέχεται, αναντίρρητα, όσα του παρέχουν ως «ατόφια» οι πολιτικοί, ο κλήρος και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και να ξεχνά τα υπαρκτά του προβλήματα, φανατισμένος ή γινόμενος «τυφλό» υποχείριο των κρατούντων ή «θύμα» της προπαγάνδας των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Για να μην αμυνθεί έναντι του αποπροσανατολισμού ο πολίτης, οφείλει να ακούει, να διαβάζει προσεχτικά, να κρίνει, να διακρίνει και, στο τέλος, μόνος του να επιλέγει τον τρόπο, με τον οποίο θα επιλύσει τα καθημερινά του προβλήματα, επιδιώκοντας ή όχι τη συνεργασία με τους συνανθρώπους μας.
Η προσπάθεια αποπροσανατολισμού της Κοινής Γνώμης δεν είναι, πάντοτε, φανερή, μήτε οφείλεται στους ίδιους, πάντα, λόγους. Συνήθως, σχετίζεται με την πρόθεση των «πλανευτών» να στρέψουν αλλού τα βλέμματα του κόσμου και να τον κάνουν να μην ασχολείται με ό,τι, πιθανόν, θα τους έφερνε σε «δύσκολη θέση»• π.χ., οι πολιτικοί δεν θέλουνε ν’ ανακατεύεται «στα πόδια τους», δηλαδή στα κέντρα λήψης των σημαντικών κοινωνικοπολιτικών αποφάσεων, τα ιερατεία δεν επιθυμούνε, μεταξύ άλλων, την «ανάμειξη» των πιστών στην ερμηνεία των θεολογικών δογμάτων, οι οικονομικά δυνατοί δεν επιδιώκουν τη συμμετοχή του λαού στη διανομή των ωφελημάτων μιας ορθολογικής οικονομικής διαχείρισης.
Ο έμμεσος αποπροσανατολισμός της Κοινής Γνώμης συνδέεται με την προπαγάνδα και με την εσκεμμένη «παραποίηση» της πραγματικότητας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία, αντί να φροντίζουνε να οξύνουνε το κοινωνικοπολιτικό κριτήριο των ακροατών, των αναγνωστών και των τηλεθεατών, δεν παρουσιάζουνε καμιά πληροφορία της καθημερινής ζωής «ατόφια και καθαρή», χωρίς σχολιασμό δηλαδή, να την κρίνει, όπως θέλει ή – λόγω της «παιδείας» του – μπορεί ο κάθε πολίτης.
Γράφοντας «κοινωνικοπολιτικό κριτήριο», εννοούμε, πασιφανώς, τον τρόπο, με τον οποίο ο καθένας μας προσλαμβάνει όσα γίνουνται, κάθε μέρα, γύρωθέ του και σχετίζουνται άμεσα και έμμεσα, με την πολιτική και την κοινωνία, τους θεσμούς και τις αξίες, τους γραπτούς και άγραφους νόμους και κανόνες, οι οποίοι ορίζουνε και προσδιορίζουνε τα όρια της θεμιτής κοινωνικής συμβίωσης.
Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δε θα πρέπει ν’ αποπροσανατολίζουνε την Κοινή Γνώμη, σε μιαν εποχή σαν τη σημερινή, που όλα αλλάζουν μ’ απίστευτη ευκολία και ταχύτητα. Αντ’ αυτού, οφείλουνε να λειτουργούνε ως ψυχοσώστρα και κοινωφελής πηγή γνώσης. Να διευκρινιστεί, όμως, τωραδά, ότι «γνώση», μέσα στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό «περιβάλλον» παγκοσμίως, είναι κι η αντικειμενική πληροφόρηση, αλλά, κυρίως, το να γνωρίζει κανείς κάτι μετά από προσωπική εμπειρία, προερχόμενη από μελέτη, άσκηση, σπουδές• την ίδια ώρα, «ψυχοσωτήριο» θεωρώ οτιδήποτε λυτρώνει την ανθρώπινη ψυχή από τα καθημερινά της βάσανα, χωρίς, όμως, ποτέ να την αποπροσανατολίζει.
Κανείς, όμως, δεν πρέπει να δέχεται, αναντίρρητα, όσα του παρέχουν ως «ατόφια» οι πολιτικοί, ο κλήρος και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και να ξεχνά τα υπαρκτά του προβλήματα, φανατισμένος ή γινόμενος «τυφλό» υποχείριο των κρατούντων ή «θύμα» της προπαγάνδας των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Για να μην αμυνθεί έναντι του αποπροσανατολισμού ο πολίτης, οφείλει να ακούει, να διαβάζει προσεχτικά, να κρίνει, να διακρίνει και, στο τέλος, μόνος του να επιλέγει τον τρόπο, με τον οποίο θα επιλύσει τα καθημερινά του προβλήματα, επιδιώκοντας ή όχι τη συνεργασία με τους συνανθρώπους μας.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί θελξικάρδιων
Καθημερινά, συναντάς πολλούς και διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Μια από τις αληθινά αξιοπρόσεχτες περιπτώσεις είναι όσοι άνθρωποι προσπαθούν να θέλξουν το ενδιαφέρον των άλλων, λέγοντάς τους πράγματα ευχάριστα, μα όχι αληθινά. Κατά κόρον, στην κατηγορία αυτή εντάσσουνται οι πολιτικοί, ιδίως δε στις προεκλογικές περιόδους, για ψηφοθηρικούς, ως επί το πλείστον, λόγους• δεν πρέπει, όμως, να λησμονούμε και τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, που καταφεύγουνε σε «θελξικάρδια» τρυκ, για να μαγέψουνε, να συγκεντρώσουνε τα βλέμματα των τηλεθεατών.
Ας σταθούμε, λοιπόν, λίγο περισσότερο, στα τηλεοπτικά μέσα και τη «σαγήνη», που προσπαθούν να ασκήσουνε στην κοινωνία, όχι μόνο την ελληνική, αλλά και παγκοσμίως. Μια από τις μεθόδους, στην οποία καταφεύγουν συχνότατα, είναι και η μεγιστοποίηση των «ελάχιστων», κάνοντάς τα να φαίνουνται «τραγωδίες» και αποδίδοντας σημασία στα «ανύπαρκτα και τα ασήμαντα».
Να το εξετάσουμε αυτό πιο προσεχτικά: Παρουσιάζουνται απλά, συνηθισμένα πράγματα ως φοβερά, εξωφρενικά και εξωπραγματικά• στον αντίποδα, άλλα γεγονότα, που έπρεπε να αντιμετωπιστούνε με περισσότερο σεβασμό προς τους πρωταγωνιστές τους και τους τηλεθεατές προσπερνιούνται με απίστευτη ταχύτητα και αφροσύνη.
Επιλέγουνται και προβάλλουνται θέματα ναι μεν, που ενδιαφέρουνε την Κοινή Γνώμη, αλλά υπό την οπτική γωνία, που δε θα «πλήξει» τους κρατούντες σύμφωνα με τα κρατικοδίαιτα κανάλια, μα και τα «παράπονα» των πολιτών θα βγάλουν «θέμα, που θα πουλήσει και θα φέρει και υλικό κέρδος» για τους ιδιωτικούς σταθμούς.
Κι αν κάτι πρέπει να εκλείψει το συντομότερο, εάν θέλουμε ν’ αλλάξει η σημερινή «νοοτροπία», είναι η (εσφαλμένη) αντίληψη ότι «θελξικάρδια, χρήσιμη» και πλειστάκις προβαλλόμενη είδηση είναι μια ανθρώπινη «τραγωδία». Μόλις αντιληφθούμε ότι η καθημερινότητα έχει να μας τροφοδοτήσει και πραγματικά όμορφες και ευχάριστες, αν και λιγότερο κερδοφόρες για τα δημόσια και ιδιωτικά μέσα μαζικής επικοινωνίας, ειδήσεις, σαν το κοινωφελές έργο και τα επιστημονικά επιτεύγματα φορέων ή μεμονωμένων συνανθρώπων μας, θα φροντίσουμε να μην προβάλουνται από σπανίως έως καθόλου στους δέκτες μας, αλλά να ‘ν’ οι ταγοί μας στα καθημερινά πανανθρώπινα προβλήματα, κόντρα στον κάθε λογής και πανταχόθεν επιχειρούμενο «αποπροσανατολισμό» απ’ αυτά.
Ας σταθούμε, λοιπόν, λίγο περισσότερο, στα τηλεοπτικά μέσα και τη «σαγήνη», που προσπαθούν να ασκήσουνε στην κοινωνία, όχι μόνο την ελληνική, αλλά και παγκοσμίως. Μια από τις μεθόδους, στην οποία καταφεύγουν συχνότατα, είναι και η μεγιστοποίηση των «ελάχιστων», κάνοντάς τα να φαίνουνται «τραγωδίες» και αποδίδοντας σημασία στα «ανύπαρκτα και τα ασήμαντα».
Να το εξετάσουμε αυτό πιο προσεχτικά: Παρουσιάζουνται απλά, συνηθισμένα πράγματα ως φοβερά, εξωφρενικά και εξωπραγματικά• στον αντίποδα, άλλα γεγονότα, που έπρεπε να αντιμετωπιστούνε με περισσότερο σεβασμό προς τους πρωταγωνιστές τους και τους τηλεθεατές προσπερνιούνται με απίστευτη ταχύτητα και αφροσύνη.
Επιλέγουνται και προβάλλουνται θέματα ναι μεν, που ενδιαφέρουνε την Κοινή Γνώμη, αλλά υπό την οπτική γωνία, που δε θα «πλήξει» τους κρατούντες σύμφωνα με τα κρατικοδίαιτα κανάλια, μα και τα «παράπονα» των πολιτών θα βγάλουν «θέμα, που θα πουλήσει και θα φέρει και υλικό κέρδος» για τους ιδιωτικούς σταθμούς.
Κι αν κάτι πρέπει να εκλείψει το συντομότερο, εάν θέλουμε ν’ αλλάξει η σημερινή «νοοτροπία», είναι η (εσφαλμένη) αντίληψη ότι «θελξικάρδια, χρήσιμη» και πλειστάκις προβαλλόμενη είδηση είναι μια ανθρώπινη «τραγωδία». Μόλις αντιληφθούμε ότι η καθημερινότητα έχει να μας τροφοδοτήσει και πραγματικά όμορφες και ευχάριστες, αν και λιγότερο κερδοφόρες για τα δημόσια και ιδιωτικά μέσα μαζικής επικοινωνίας, ειδήσεις, σαν το κοινωφελές έργο και τα επιστημονικά επιτεύγματα φορέων ή μεμονωμένων συνανθρώπων μας, θα φροντίσουμε να μην προβάλουνται από σπανίως έως καθόλου στους δέκτες μας, αλλά να ‘ν’ οι ταγοί μας στα καθημερινά πανανθρώπινα προβλήματα, κόντρα στον κάθε λογής και πανταχόθεν επιχειρούμενο «αποπροσανατολισμό» απ’ αυτά.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Ψυχής και Αναστήματος
16.1. Πολλοί άνθρωποι, καθημερινά, μολονότι τρέφουνται κανονικά από τη βρεφική τους ηλικία και δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα ανίατα με τη σωματική τους υγεία, είναι βραχύσωμοι, κοντύτεροι έναντι των αποδέλοιπων συνανθρώπων τους. Και τούτο δεν αλλάζει, παρά μόνον με τη λήψη παραφυσικών βιταμινών και ανθυγιεινών, κατά τα λοιπά, δυναμωτικών θεραπειών.
16.2. Κάποιοι άλλοι, λιγότεροι, ευτυχώς, από τους προηγουμένους, αποδεικνύουνται, με τα λόγια και με τις πράξεις τους, καθημερινά πιο κοντοί ηθικά, ακόμη κι από το φυσικό τους ανάστημα. Και τούτο δεν αλλάζει ποτέ, όσα δυναμωτικά και «ανυψωτικά» κι αν πάρουν!
16.3. Και το φυσικό ανάστημα δεν είναι ενδεικτικό του χαραχτήρα αντρών ή γυναικών, εάν ανατρέξουμε στην παγκόσμια και την ελληνική ιστορία, στο πέρασμα των αιώνων. Το ηθικό, όμως, ύψος είναι ό,τι οφείλεται να ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα και το νοήμονα άνθρωπο απ’ τους άμυαλους συνανθρώπους του.
16.4. Πριν προχωρήσει η αφήγησή μας, να διευκρινιστεί ένα καίριο σημείο: Το φυσικό ανάστημα μπορεί να κληρονομείται από τη μια γενιά στην επόμενη ή, έστω, στη μεθεπόμενη και να χαραχτηρίζει πολλούς ανθρώπους , ενώ το ηθικό ύψος είναι ίδιον του κάθε ανθρώπου χωριστά και δεν κληροδοτείται ποτέ, μήτε θεωρείται δεδομένο για κάποιον, που προέρχεται από συγκεκριμένο «τζάκι ή σόι».
16.5. Πέρα απ’ το ηθικό ανάστημα, ένα άλλο, εξίσου σημαντικό, διακριτικό γνώρισμα είναι η χρήση της καρδιάς• η καρδιά, όχι μόνο ως βασικός τροφοδότης της ζωής, αλλά και ως πομπός και δέκτης αληθινής αγάπης, βοηθά τον άνθρωπο να έρθει κοντά στους συνανθρώπους του και να ξεχωρίσει στον καθημερινό αγώνα της συμβίωσης και της επιβίωσης. Μα ας ξαναγραφεί, το μέγεθος της καρδιάς δεν εξαρτιέται απ’ το μπόι ενός ανθρώπου ποτέ…
16.6. Λένε συχνά ότι τα άψυχα, τα σταθερού και κάποτε διά ανθρώπινου χεριού μεταβληθέντος ύψους, δεν επηρεάζονται από άλλους εξωγενείς παράγοντες ή το χρόνο, αλλά μένουν άκαμπτα και ανέκφραστα. Αποδίδουνε τούτη τη δοξασία τους στο ότι κάθε ον χωρίς ψυχή δεν συγκινείται, δεν χαίρεται, δεν λυπάται, δεν συμπάσχει και δεν φθείρει τον εσωτερικό του κόσμο σε εφήμερες σκοτούρες, που, συνήθως, «κατατρώγουνε» τον άνθρωπο και όλα τα έμψυχα• έχουν, όπως αποδεικνύεται από την αδέκαστη καθημερινότητα, δίκιο.
16.7. Κάποιοι άλλοι λένε ότι κι όλα τα έμψυχα όντα δεν εκφράζονται ή δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Επηρεάζεται από το χώρο και το χρόνο και το ανθρώπινο «περιβάλλον» και τις «περιρρέουσες» ιδέες μιας κοινωνίας. Σωστό κι αυτό.
16.8. Αλλά η αγάπη, όμως, ως κινητήριος δύναμη, ωθεί τον άνθρωπο, ανεξάρτητα απ’ το ύψος του, ν’ αγωνίζεται, καθημερινά ως άτομο, να προσφέρει σαν αρχαίος «υποκριτής» (: ηθοποιός) , ανιδιοτελώς όλα εκείνα, που – αν και, κάποια στιγμή, τον πληγώνουνε και τον κάνουνε να δακρύζει κρυφά ή να «ξεγυμνώνεται» δημοσίως – δίδουνε χαρά στο περιβάλλον του. Απ’ την άλλη, όταν αναφερόμαστε στο κοινωνικό σύνολο, η – χωρίς να «κρεμόμαστε» από το φυσικό ανάστημα το δικό μας ή των συνανθρώπων και συναγωνιστών μας – αγάπη για το συνάνθρωπο και την πατρίδα, η πίστη στις αρχές και τις αξίες της κοινωνικής συμβίωσης, η προς αναζήτηση της αλήθειας και της ηθικής κριτική αμφισβήτηση της πατροπαράδοτης παιδείας πρέπει να ‘ναι οι στόχοι του διαρκούς αγώνα όλων μας, δίχως να μας καταντούν, για «ευνόητους λόγους», τυφλούς από φανατισμό, από φιλαργυρία και εφήμερη θεσιθηρία τα κάθε λογής ιερατεία και οι κοινωνικοπολιτικοί κρατούντες…
16.2. Κάποιοι άλλοι, λιγότεροι, ευτυχώς, από τους προηγουμένους, αποδεικνύουνται, με τα λόγια και με τις πράξεις τους, καθημερινά πιο κοντοί ηθικά, ακόμη κι από το φυσικό τους ανάστημα. Και τούτο δεν αλλάζει ποτέ, όσα δυναμωτικά και «ανυψωτικά» κι αν πάρουν!
16.3. Και το φυσικό ανάστημα δεν είναι ενδεικτικό του χαραχτήρα αντρών ή γυναικών, εάν ανατρέξουμε στην παγκόσμια και την ελληνική ιστορία, στο πέρασμα των αιώνων. Το ηθικό, όμως, ύψος είναι ό,τι οφείλεται να ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα και το νοήμονα άνθρωπο απ’ τους άμυαλους συνανθρώπους του.
16.4. Πριν προχωρήσει η αφήγησή μας, να διευκρινιστεί ένα καίριο σημείο: Το φυσικό ανάστημα μπορεί να κληρονομείται από τη μια γενιά στην επόμενη ή, έστω, στη μεθεπόμενη και να χαραχτηρίζει πολλούς ανθρώπους , ενώ το ηθικό ύψος είναι ίδιον του κάθε ανθρώπου χωριστά και δεν κληροδοτείται ποτέ, μήτε θεωρείται δεδομένο για κάποιον, που προέρχεται από συγκεκριμένο «τζάκι ή σόι».
16.5. Πέρα απ’ το ηθικό ανάστημα, ένα άλλο, εξίσου σημαντικό, διακριτικό γνώρισμα είναι η χρήση της καρδιάς• η καρδιά, όχι μόνο ως βασικός τροφοδότης της ζωής, αλλά και ως πομπός και δέκτης αληθινής αγάπης, βοηθά τον άνθρωπο να έρθει κοντά στους συνανθρώπους του και να ξεχωρίσει στον καθημερινό αγώνα της συμβίωσης και της επιβίωσης. Μα ας ξαναγραφεί, το μέγεθος της καρδιάς δεν εξαρτιέται απ’ το μπόι ενός ανθρώπου ποτέ…
16.6. Λένε συχνά ότι τα άψυχα, τα σταθερού και κάποτε διά ανθρώπινου χεριού μεταβληθέντος ύψους, δεν επηρεάζονται από άλλους εξωγενείς παράγοντες ή το χρόνο, αλλά μένουν άκαμπτα και ανέκφραστα. Αποδίδουνε τούτη τη δοξασία τους στο ότι κάθε ον χωρίς ψυχή δεν συγκινείται, δεν χαίρεται, δεν λυπάται, δεν συμπάσχει και δεν φθείρει τον εσωτερικό του κόσμο σε εφήμερες σκοτούρες, που, συνήθως, «κατατρώγουνε» τον άνθρωπο και όλα τα έμψυχα• έχουν, όπως αποδεικνύεται από την αδέκαστη καθημερινότητα, δίκιο.
16.7. Κάποιοι άλλοι λένε ότι κι όλα τα έμψυχα όντα δεν εκφράζονται ή δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Επηρεάζεται από το χώρο και το χρόνο και το ανθρώπινο «περιβάλλον» και τις «περιρρέουσες» ιδέες μιας κοινωνίας. Σωστό κι αυτό.
16.8. Αλλά η αγάπη, όμως, ως κινητήριος δύναμη, ωθεί τον άνθρωπο, ανεξάρτητα απ’ το ύψος του, ν’ αγωνίζεται, καθημερινά ως άτομο, να προσφέρει σαν αρχαίος «υποκριτής» (: ηθοποιός) , ανιδιοτελώς όλα εκείνα, που – αν και, κάποια στιγμή, τον πληγώνουνε και τον κάνουνε να δακρύζει κρυφά ή να «ξεγυμνώνεται» δημοσίως – δίδουνε χαρά στο περιβάλλον του. Απ’ την άλλη, όταν αναφερόμαστε στο κοινωνικό σύνολο, η – χωρίς να «κρεμόμαστε» από το φυσικό ανάστημα το δικό μας ή των συνανθρώπων και συναγωνιστών μας – αγάπη για το συνάνθρωπο και την πατρίδα, η πίστη στις αρχές και τις αξίες της κοινωνικής συμβίωσης, η προς αναζήτηση της αλήθειας και της ηθικής κριτική αμφισβήτηση της πατροπαράδοτης παιδείας πρέπει να ‘ναι οι στόχοι του διαρκούς αγώνα όλων μας, δίχως να μας καταντούν, για «ευνόητους λόγους», τυφλούς από φανατισμό, από φιλαργυρία και εφήμερη θεσιθηρία τα κάθε λογής ιερατεία και οι κοινωνικοπολιτικοί κρατούντες…
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Σώματος και Ψυχής
Καθημερινά, όλοι οι άνθρωποι έχουνε ν’ αντιμετωπίσουνε κάθε λογής Σειρήνες και Λωτοφάγους, που «εισβάλλουνε» στην ψυχή τους και επιδιώκουνε να παρεκκλίνουνε, χάριν πρόσκαιρων «πειρασμών» (αρχομανία, φιλοχρηματία, «φήμη», φιλαυτία), τους θνητούς απ’ το δρόμο και τον προορισμό τους.
Το ανθρώπινο σώμα και η ζωή, που σχετίζεται μ’ αυτό, είναι εφήμερα, φθαρτά και «δανεικά» απ’ τον Πλάστη προς τους γήινους. Η ψυχή μας είναι άφθαρτη και αθάνατη, δοσμένη κι αυτή απ’ το Θεό• κάποιοι λένε ότι η ψυχή των ανθρώπων είναι ο αιώνιος, ο αρραγής και αληθινός καθρέφτης της ζωής. Ό,τι μας περιβάλλει είναι πρόσκαιρο, ψεύτικο και φθαρτό. Άρα, όποιος έχει την ψυχή του ως οδηγό στην καθημερινή ζωή δεν έχει να φοβάται ποτέ τίποτα.
Όλοι το ξέρουνε και τρέχουνε, για να ικανοποιήσουνε τις ανάγκες του σώματος, να προλάβουνε να ζήσουνε, να κερδίσουνε χρήματα και δόξα, να αγαπήσουνε και ν’ αγαπηθούν. Ο άνθρωπος είναι, στην ψυχή, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» του Θεού Δημιουργού του• δεν γίνεται, όμως, ποτέ θεός, αν και ένθεος, γιατί εξαρτάται από τον ίδιο το κατά πόσο, στο καθημερινό του τρέξιμο, λαβαίνει ή όχι φροντίδα για την ψυχική και την πνευματική του καλλιέργεια, για το εάν αφήνει χώρο μέσα του για την Αγάπη, την Αρετή και τη Σύνεση. Από τον ίδιο, όπως λέει κι ο Επίκουρος, εξαρτάται αν δυστυχεί και παγιδεύεται στη μιζέρια ή αν βρει το νόημα της ζωής και τη Χαρά• όταν ο άνθρωπος δεν νοιάζεται για την Εγκράτεια, τη Λιτότητα και την Αυτάρκεια, δεν φτάνει στην Αρετή και, νομίζω, δε ζει μια χαρούμενη ζωή, όση Ελευθερία κι αν έχει.
15.4. Στα οργανωμένα κοινωνικά σύνολα, ο μεμονωμένος άνθρωπος δεν πρέπει, φρονώ, να υποτάσσει αναντίρρητα την προσωπική του Βούληση στη συλλογική επιθυμία, για να κερδίζει ως αντάλλαγμα την προάσπιση της Ελευθερίας του. Η Δικαιοσύνη και η Φιλανθρωπία, κατά τους Στωικούς, είναι οι δύο βασικοί όροι του κοινωνικού βίου. Μάλλον σαν το Σολομώντα των Ιουδαίων, αντί για πλούτη και δόξα, ο άνθρωπος , ως Αριστοτελικό κοινωνικό ον, οφείλει να ζητά απ’ το Θεό τη Σοφία, επειδή θα τον βοηθήσει να βρει το μέτρο, να ‘ναι λεύτερος και να καταλάβει καλύτερα – πέραν των βασικών κανόνων της βιογενετικής – και «[…] αρχικά ότι η ψυχή είναι το πιο αρχαίο από τα όντα που συμμετέχουνε στη γέννηση, ότι είναι αθάνατη και ότι κυβερνά όλα τα σώματα, επομένως, ότι υπάρχει στ’ άστρα μια Διάνοια που κυβερνά τα όντα» (Πλάτωνος, «Νόμοι»).
15.5. Πολύς λόγος, καθημερινά, στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή των ανθρώπων γίνεται για περηφάνια και υποκρισία. Περηφάνια, θαρρώ, είναι να κλαις χωρίς δάκρυ και δίχως όλοι να σε βλέπουνε, μα λίγοι να σε καταλαβαίνουνε. Υποκρισία και μάλιστα ανείπωτη είναι να γελάς μπροστά είτε σε λίγους, είτε σε πολλούς μα βροντόφωνα και όλοι να καταλαβαίνουμε ότι κάτι έχεις πίσω από τον πάταγο να κρύψεις, επηρεασμένος από μιαν τύχη ή ατυχία.
15.6. Η (πρόσκαιρη) τύχη ή ατυχία, η (εφήμερη) επιτυχία ή αποτυχία, που σχετίζουνται άρρηκτα με το βαθμό εκπλήρωσης των σωματικών αναγκών, δεν (πρέπει να) «στιγματίζουνε», νομίζω, με «ανεξίτηλο μελάνι» τη ζωή των ανθρώπων, αντιπαραβαλλόμενα με την εσώψυχή τους σύσταση. Ο κόσμος που βλέπομε και αγγίζομε είναι μια «εικόνα» (Πλάτωνος «Τίμαιος»), «απομίμηση» της Αλήθειας και των Ένδον μας και η γνώση και η μάθηση είναι ανάμνηση της ψυχής από το αποθεματικό της, μα ποτέ το αντίγραφο δεν είναι της ίδιας αξίας με το πρωτότυπο. Έτσι, οι ανθρώπινες ψυχές – ρυθμιστές του τρόπου ζωής και σκέψης μας, καθώς συγγενεύουνε στενά και με το νοητό και με τον ορατό κι απτό κόσμο – επηρεάζουνται, βεβαίως, από τα έξωθεν «ερεθίσματα» και από το πώς τα προσλαμβάνουνε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά αυτές κατευθύνουνε τη ζωή μας. Συνεπώς, ας αρνηθούμε πως η επίγεια σωτηρία της ανθρώπινης ύπαρξης και η καταδίκη της στην αφάνεια σχετίζουνται αποκλειστικά με ανέκκλητες πράξεις, εφόσον όλα τα γύρωθέ μας, πλην της ψυχής, είναι ολιγόζωα και ευμετάβολα.
15.7. Η ανάγκη να συνεννοηθεί και να επικοινωνήσει με τους όμοιούς του και συνανθρώπους του οδήγησε τον άνθρωπο να δημιουργήσει τις γλώσσες και τη γραφή με τα γράμματα και τους αριθμούς• η ανάγκη να μετακινήσει τον εαυτό του και τα υλικά αγαθά τον έσπρωξαν να βρει τον τροχό και η ανάγκη να ζήσει καλύτερα και να ξεχωρίσει του γέννησε την ιδέα της χρήσης της κατοικίας, της φωτιάς, του νερού, του ξύλου και των μετάλλων στο πέρασμα των χρόνων και τον έφερε να δρέπει τις «δάφνες» ενός ανεξάρτητου σ’ ό,τι αφορά την ψυχική καλλιέργεια και την εκπλήρωση των σωματικών – βιολογικών του αναγκών απ’ τα υπόλοιπα ζώα δρόμου και … πνευματικού και τεχνολογικού πολιτισμού. Σήμερα, ποια, ψυχική ή σωματική, ανάγκη, τάχα, θα σπρώξει το ανθρώπινο είδος σ’ ένα ακόμη βήμα πιο μπροστά;
Το ανθρώπινο σώμα και η ζωή, που σχετίζεται μ’ αυτό, είναι εφήμερα, φθαρτά και «δανεικά» απ’ τον Πλάστη προς τους γήινους. Η ψυχή μας είναι άφθαρτη και αθάνατη, δοσμένη κι αυτή απ’ το Θεό• κάποιοι λένε ότι η ψυχή των ανθρώπων είναι ο αιώνιος, ο αρραγής και αληθινός καθρέφτης της ζωής. Ό,τι μας περιβάλλει είναι πρόσκαιρο, ψεύτικο και φθαρτό. Άρα, όποιος έχει την ψυχή του ως οδηγό στην καθημερινή ζωή δεν έχει να φοβάται ποτέ τίποτα.
Όλοι το ξέρουνε και τρέχουνε, για να ικανοποιήσουνε τις ανάγκες του σώματος, να προλάβουνε να ζήσουνε, να κερδίσουνε χρήματα και δόξα, να αγαπήσουνε και ν’ αγαπηθούν. Ο άνθρωπος είναι, στην ψυχή, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» του Θεού Δημιουργού του• δεν γίνεται, όμως, ποτέ θεός, αν και ένθεος, γιατί εξαρτάται από τον ίδιο το κατά πόσο, στο καθημερινό του τρέξιμο, λαβαίνει ή όχι φροντίδα για την ψυχική και την πνευματική του καλλιέργεια, για το εάν αφήνει χώρο μέσα του για την Αγάπη, την Αρετή και τη Σύνεση. Από τον ίδιο, όπως λέει κι ο Επίκουρος, εξαρτάται αν δυστυχεί και παγιδεύεται στη μιζέρια ή αν βρει το νόημα της ζωής και τη Χαρά• όταν ο άνθρωπος δεν νοιάζεται για την Εγκράτεια, τη Λιτότητα και την Αυτάρκεια, δεν φτάνει στην Αρετή και, νομίζω, δε ζει μια χαρούμενη ζωή, όση Ελευθερία κι αν έχει.
15.4. Στα οργανωμένα κοινωνικά σύνολα, ο μεμονωμένος άνθρωπος δεν πρέπει, φρονώ, να υποτάσσει αναντίρρητα την προσωπική του Βούληση στη συλλογική επιθυμία, για να κερδίζει ως αντάλλαγμα την προάσπιση της Ελευθερίας του. Η Δικαιοσύνη και η Φιλανθρωπία, κατά τους Στωικούς, είναι οι δύο βασικοί όροι του κοινωνικού βίου. Μάλλον σαν το Σολομώντα των Ιουδαίων, αντί για πλούτη και δόξα, ο άνθρωπος , ως Αριστοτελικό κοινωνικό ον, οφείλει να ζητά απ’ το Θεό τη Σοφία, επειδή θα τον βοηθήσει να βρει το μέτρο, να ‘ναι λεύτερος και να καταλάβει καλύτερα – πέραν των βασικών κανόνων της βιογενετικής – και «[…] αρχικά ότι η ψυχή είναι το πιο αρχαίο από τα όντα που συμμετέχουνε στη γέννηση, ότι είναι αθάνατη και ότι κυβερνά όλα τα σώματα, επομένως, ότι υπάρχει στ’ άστρα μια Διάνοια που κυβερνά τα όντα» (Πλάτωνος, «Νόμοι»).
15.5. Πολύς λόγος, καθημερινά, στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή των ανθρώπων γίνεται για περηφάνια και υποκρισία. Περηφάνια, θαρρώ, είναι να κλαις χωρίς δάκρυ και δίχως όλοι να σε βλέπουνε, μα λίγοι να σε καταλαβαίνουνε. Υποκρισία και μάλιστα ανείπωτη είναι να γελάς μπροστά είτε σε λίγους, είτε σε πολλούς μα βροντόφωνα και όλοι να καταλαβαίνουμε ότι κάτι έχεις πίσω από τον πάταγο να κρύψεις, επηρεασμένος από μιαν τύχη ή ατυχία.
15.6. Η (πρόσκαιρη) τύχη ή ατυχία, η (εφήμερη) επιτυχία ή αποτυχία, που σχετίζουνται άρρηκτα με το βαθμό εκπλήρωσης των σωματικών αναγκών, δεν (πρέπει να) «στιγματίζουνε», νομίζω, με «ανεξίτηλο μελάνι» τη ζωή των ανθρώπων, αντιπαραβαλλόμενα με την εσώψυχή τους σύσταση. Ο κόσμος που βλέπομε και αγγίζομε είναι μια «εικόνα» (Πλάτωνος «Τίμαιος»), «απομίμηση» της Αλήθειας και των Ένδον μας και η γνώση και η μάθηση είναι ανάμνηση της ψυχής από το αποθεματικό της, μα ποτέ το αντίγραφο δεν είναι της ίδιας αξίας με το πρωτότυπο. Έτσι, οι ανθρώπινες ψυχές – ρυθμιστές του τρόπου ζωής και σκέψης μας, καθώς συγγενεύουνε στενά και με το νοητό και με τον ορατό κι απτό κόσμο – επηρεάζουνται, βεβαίως, από τα έξωθεν «ερεθίσματα» και από το πώς τα προσλαμβάνουνε σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά αυτές κατευθύνουνε τη ζωή μας. Συνεπώς, ας αρνηθούμε πως η επίγεια σωτηρία της ανθρώπινης ύπαρξης και η καταδίκη της στην αφάνεια σχετίζουνται αποκλειστικά με ανέκκλητες πράξεις, εφόσον όλα τα γύρωθέ μας, πλην της ψυχής, είναι ολιγόζωα και ευμετάβολα.
15.7. Η ανάγκη να συνεννοηθεί και να επικοινωνήσει με τους όμοιούς του και συνανθρώπους του οδήγησε τον άνθρωπο να δημιουργήσει τις γλώσσες και τη γραφή με τα γράμματα και τους αριθμούς• η ανάγκη να μετακινήσει τον εαυτό του και τα υλικά αγαθά τον έσπρωξαν να βρει τον τροχό και η ανάγκη να ζήσει καλύτερα και να ξεχωρίσει του γέννησε την ιδέα της χρήσης της κατοικίας, της φωτιάς, του νερού, του ξύλου και των μετάλλων στο πέρασμα των χρόνων και τον έφερε να δρέπει τις «δάφνες» ενός ανεξάρτητου σ’ ό,τι αφορά την ψυχική καλλιέργεια και την εκπλήρωση των σωματικών – βιολογικών του αναγκών απ’ τα υπόλοιπα ζώα δρόμου και … πνευματικού και τεχνολογικού πολιτισμού. Σήμερα, ποια, ψυχική ή σωματική, ανάγκη, τάχα, θα σπρώξει το ανθρώπινο είδος σ’ ένα ακόμη βήμα πιο μπροστά;
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Πρόνοιας
Πρόνοια καλείται η εκ των προτέρων φροντίδα, η έγκαιρη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση μιας επερχόμενης κατάστασης. Σχετίζεται με τη διορατικότητα, δηλαδή με το έμφυτο γνώρισμα κάποιων ανθρώπων να διαισθάνονται πότε πρόκειται να συμβεί κάτι και να λαβαίνουν έγκαιρα προφυλάξεις ή αποφάσεις σχετικά μ’ αυτά.
Έχουμε όλοι συνηθίσει, καθημερινά, να μιλούμε και να γράφουμε για τριών ειδών πρόνοια: τη θεία, την κρατική ή κοινωνική και την ατομική ή ιδιωτική. Και τα τρία είδη, κατά την κοινή γνώμη, αφορούν , μ’ ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο, όσα απασχολούν ή πρόκειται ν’ απασχολήσουνε την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ως ατόμων μεμονωμένων κι ως οργανωμένων μελών μιας ευνομούμενης συγκέντρωσης ανθρώπων ή κοινωνίας…
Η θεία πρόνοια είναι η μέριμνα και η αγάπη του οποιουδήποτε θεού προς τους πιστούς σ’ αυτόν κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά. Διακρίνεται απ’ τα δύο επόμενα είδη, γιατί είναι «πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα» κατά τη χριστιανική αντίληψη και – μολονότι η θεολογία, ο Ζευς, το Ισλάμ, ο Βούδας, ο Ζωροάστρης, ο Χριστός μοιάζουνε διχαστικά «κατασκευάσματα», που στρέφουνε την εύνοιά τους μόνο προς τους δικούς τους οπαδούς – απευθύνεται σ’ όλη την ανθρωπότητα, χωρίς εξαιρέσεις, όπως κι η οργή των θεών δεν κάνει ρατσιστικές διακρίσεις, όσες φορές «πλήττει» τους ανθρώπους. Δηλαδή, όπως δεν έχουμε ιδεί το θεό των Χριστιανών να προνοεί και να διασώζει από πλημμύρες λογουχάρη τους πιστούς του μονάχα και ν’ αφήνει ανελέητους τους μουσουλμάνους της διπλανής γειτονιάς, όμοια και δεν τιμωρεί μόνον όσους χριστιανούς παρέβησαν τις θεϊκές επιταγές για τη με ανιδιοτελή αγάπη συνύπαρξη των ανθρώπων, αλλά και τους ασεβείς βουδιστές.
Η κρατική ή κοινωνική πρόνοια σχετίζεται άρρηκτα με την έννοια του κράτους, της κοινότητας και της κοινωνίας. Η κοινότητα και η κοινωνία ορίζουν κανόνες και το κράτος ψηφίζει νόμους για το καλό των πολιτών• λαμβάνουνται μέτρα για την αρμονική κοινωνική συμβίωση και για τη συλλογική προκοπή και την οικονομική ευημερία. Αρκεί, βεβαίως, οι διαχειριστές της εξουσίας να σέβουνται τον κάθε πολίτη, να μην είναι αλαζόνες και να επιδιώκουν, έγκαιρα, διάλογο και συναίνεση για τα προς λήψη μέτρα.
Η ατομική ή ιδιωτική πρόνοια συνδέεται με την προσωπική ζωή των ατόμων. Ξεχωρίζει δε απ’ τις άλλες δυο, γιατί «όλο το βάρος πέφτει στον άνθρωπο», ο οποίος καλείται να «προσμετρήσει» τα επακόλουθα των σκέψεων και των πράξεών του και να υπολογίζει όλες τις «παραμέτρους» τους, προτού επιλέξει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά δική του έναντι όσων τον περιβάλλουνε.
Μ’ άλλα λόγια, η από πρωτύτερα σκέψη και φροντίδα για τα μελλούμενα σ’ ό,τι αφορά την καθημερινή ανθρώπινη ζωή δεν είναι μόνο ευθύνη των θεών. Επειδή, όμως, αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και καθώς όλα, στη ζωή μας, εξαρτώνται το ‘να απ’ το άλλο, απαιτείται, όταν καλούμαστε, ως κρατούντες ή στην ιδιωτική μας ζωή, να χαράξουμε το μέλλον και να σχεδιάσουμε τις πράξεις μας, να ‘μαστε ειλικρινείς και να πατάμε σε ρεαλιστικές βάσεις. Αλλιώς, οτιδήποτε σκεφτόμαστε ή πράττουμε χωρίς να στηρίζεται σε γερά και αληθινά θεμέλια είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει σύντομα και κάθε μέτρο να ‘χει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, άσε δε που, ως μη αποδεχτό απ’ τους συνανθρώπους μας, θα ‘ναι και αναποτελεσματικό, αφού θα εξυπηρετεί μεμονωμένα συμφέροντα, δίχως να προάγει και να υπερασπίζει το κοινό καλό.
Έχουμε όλοι συνηθίσει, καθημερινά, να μιλούμε και να γράφουμε για τριών ειδών πρόνοια: τη θεία, την κρατική ή κοινωνική και την ατομική ή ιδιωτική. Και τα τρία είδη, κατά την κοινή γνώμη, αφορούν , μ’ ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο, όσα απασχολούν ή πρόκειται ν’ απασχολήσουνε την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ως ατόμων μεμονωμένων κι ως οργανωμένων μελών μιας ευνομούμενης συγκέντρωσης ανθρώπων ή κοινωνίας…
Η θεία πρόνοια είναι η μέριμνα και η αγάπη του οποιουδήποτε θεού προς τους πιστούς σ’ αυτόν κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά. Διακρίνεται απ’ τα δύο επόμενα είδη, γιατί είναι «πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα» κατά τη χριστιανική αντίληψη και – μολονότι η θεολογία, ο Ζευς, το Ισλάμ, ο Βούδας, ο Ζωροάστρης, ο Χριστός μοιάζουνε διχαστικά «κατασκευάσματα», που στρέφουνε την εύνοιά τους μόνο προς τους δικούς τους οπαδούς – απευθύνεται σ’ όλη την ανθρωπότητα, χωρίς εξαιρέσεις, όπως κι η οργή των θεών δεν κάνει ρατσιστικές διακρίσεις, όσες φορές «πλήττει» τους ανθρώπους. Δηλαδή, όπως δεν έχουμε ιδεί το θεό των Χριστιανών να προνοεί και να διασώζει από πλημμύρες λογουχάρη τους πιστούς του μονάχα και ν’ αφήνει ανελέητους τους μουσουλμάνους της διπλανής γειτονιάς, όμοια και δεν τιμωρεί μόνον όσους χριστιανούς παρέβησαν τις θεϊκές επιταγές για τη με ανιδιοτελή αγάπη συνύπαρξη των ανθρώπων, αλλά και τους ασεβείς βουδιστές.
Η κρατική ή κοινωνική πρόνοια σχετίζεται άρρηκτα με την έννοια του κράτους, της κοινότητας και της κοινωνίας. Η κοινότητα και η κοινωνία ορίζουν κανόνες και το κράτος ψηφίζει νόμους για το καλό των πολιτών• λαμβάνουνται μέτρα για την αρμονική κοινωνική συμβίωση και για τη συλλογική προκοπή και την οικονομική ευημερία. Αρκεί, βεβαίως, οι διαχειριστές της εξουσίας να σέβουνται τον κάθε πολίτη, να μην είναι αλαζόνες και να επιδιώκουν, έγκαιρα, διάλογο και συναίνεση για τα προς λήψη μέτρα.
Η ατομική ή ιδιωτική πρόνοια συνδέεται με την προσωπική ζωή των ατόμων. Ξεχωρίζει δε απ’ τις άλλες δυο, γιατί «όλο το βάρος πέφτει στον άνθρωπο», ο οποίος καλείται να «προσμετρήσει» τα επακόλουθα των σκέψεων και των πράξεών του και να υπολογίζει όλες τις «παραμέτρους» τους, προτού επιλέξει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά δική του έναντι όσων τον περιβάλλουνε.
Μ’ άλλα λόγια, η από πρωτύτερα σκέψη και φροντίδα για τα μελλούμενα σ’ ό,τι αφορά την καθημερινή ανθρώπινη ζωή δεν είναι μόνο ευθύνη των θεών. Επειδή, όμως, αφορούν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και καθώς όλα, στη ζωή μας, εξαρτώνται το ‘να απ’ το άλλο, απαιτείται, όταν καλούμαστε, ως κρατούντες ή στην ιδιωτική μας ζωή, να χαράξουμε το μέλλον και να σχεδιάσουμε τις πράξεις μας, να ‘μαστε ειλικρινείς και να πατάμε σε ρεαλιστικές βάσεις. Αλλιώς, οτιδήποτε σκεφτόμαστε ή πράττουμε χωρίς να στηρίζεται σε γερά και αληθινά θεμέλια είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει σύντομα και κάθε μέτρο να ‘χει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, άσε δε που, ως μη αποδεχτό απ’ τους συνανθρώπους μας, θα ‘ναι και αναποτελεσματικό, αφού θα εξυπηρετεί μεμονωμένα συμφέροντα, δίχως να προάγει και να υπερασπίζει το κοινό καλό.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Αλήθειας
«Αν δεν είσαι ειλικρινής, δεν πείθεις ούτε τον εαυτό σου, ούτε τους άλλους…». Η παραπάνω φράση βρίσκει πεδίο εφαρμογής και δράσης σ’ όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής. Τόσο στην προσωπική – ιδιωτική ζωή των ατόμων, όσο και όταν αυτά αναμειγνύονται στους κόλπους μιας οργανωμένης και ευνομούμενης κοινωνίας και πολιτείας ως ενεργά και δραστήρια μέλη της.
Στην καθημερινή ζωή, οσάκις έχουμε την ειλικρίνεια οδηγό και χρήσιμο σύμβουλο, αντιμετωπίζουμε όσα μας συμβαίνουν με θάρρος και αποφασιστικότητα. Ταυτόχρονα, προτάσσοντας την αλήθεια, οι κάθε λογής σχέσεις συνύπαρξης και συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων είναι, νομίζω, φανερές και ξεκάθαρες, χωρίς υποκρισίες και δόλο.
Η ορθή αλήθεια δεν είναι μία και μοναδική για καθετί. Εξαρτάται από ποιον την λέγει, σε ποιους την λέγει, πότε και γιατί την λέγει. Έτσι, καλόν είναι να ‘μαστε επιφυλακτικοί εφόσον για τα πολιτικά πράγματα, αν και όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μεταξύ τους και όλοι έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν τη γνώμη τους ελεύθερα, έχει επικρατήσει από παλιά να θεωρείται περισσότερο σωστή η γνώμη των πολιτικών, ακόμη κι αν λένε ψέματα, για να παραπλανήσουν το λαό να τους ακολουθήσει. Εξίσου, όμως, προσεχτικός ο πολύς κόσμος δε θα ‘πρεπε να ‘ναι όταν τη γνώμη των ζωγράφων ζητάει για τους ζωγραφικούς πίνακες και των μουσικών για τα μουσικά έργα; Το μέγα, εντούτοις, λάθος, που – αλίμονο! – διαπράττουμε όλοι καθημερινά πώς επιτρέπουμε τους αγρότες να μας νουθετούν για θέματα… ναυσιπλοΐας και ναυτικούς να μας προτρέπουν σε … γεωργικές επιχειρήσεις!
Αλήθεια, που την ξέρει μόνον έναν δεν λογαριάζεται για πραγματική, μήτε θα βοηθήσει τον άνθρωπο να βρει το μονοπάτι το σωστό. Η αλήθεια, όμως, που – καθώς κηρύττεται στις ανθρώπινες κοινωνίες – αμφισβητείται, δοκιμάζεται η ισχύς της κι αποχτά φίλους και αντιπάλους, διαφέρει από τη γεμάτη προκαταλήψεις και αμετακίνητη αυθεντία.
Δε χρειάζεται, όταν μιλάς, να στολίζεις το λόγο σου με στολίδια περιττά και ψεύτικα, μήτε να φοβάσαι πως πρέπει οπωσδήποτε να πείσεις το συνομιλητή σου. Αρκεί ν’ αφήσεις τη σκέψη σου λεύτερη κι αφτιασίδωτη να βγει, όπως γεννήθηκε στην ψυχή σου. Τότε, θα βγει στο φως και θα λάμπει, χωρίς περιορισμούς, και η αλήθεια.
Η ειλικρίνεια θα ‘πρεπε να διέπει τις σχέσεις των πολιτικών με το λαό, όχι μονάχα στη διάρκεια των προεκλογικών τους εξαγγελιών, αλλά και κατά την άσκηση της εξουσίας και τη λήψη μέτρων ή τη θέσπιση νόμων, που αφορούν τις κοινωνικές σχέσεις. Για να επιτύχουν, κατά τη γνώμη μου, οι πολιτικοί τη λαϊκή συναίνεση και συγκατάνευση σε καίρια ζητήματα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, οφείλουν να ‘ναι ειλικρινείς προς τα λαϊκά στρώματα, που, γνωρίζοντας, επακριβώς και ανά πάσα στιγμή, ό,τι συμβαίνει, θα κρίνουν αντικειμενικά εάν πρέπει να συμπαραταχτούν με τους πολιτικούς.
Η συναδελφοσύνη, η αγάπη, η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια είναι, ανέκαθεν, απαραίτητες στους χώρους των εργαζομένων. Έτσι, πετυχαίνονται η αναγνώριση και ο σεβασμός των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η συμπαράσταση μεταξύ των μελών του ίδιου συνόλου (αγροτών, εργατών, υπαλλήλων), που, κατόπιν, σαν μια γροθιά, διεκδικούν τα δικαιώματά τους απ’ τους οικονομικά ισχυρούς και τους πολιτικά κρατούντες. Για να επιτευχθεί, όμως, η συναδελφοσύνη μ’ όλα της τα πλεονεκτήματα, πρέπει, θαρρώ, να υπάρχει ειλικρίνεια μεταξύ των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, ενώ ταυτόχρονα η αλήθεια στις σχέσεις εργοδοσίας – εργατικής τάξης δίνει κίνητρα απρόσκοπτης συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία και σημαντική ώθηση στην εθνική οικονομία, με την αγαστή και τίμια συνεργασία και σύμπραξη όλων των εμπλεκομένων.
Η αλήθεια, επίσης, είναι καλό να χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ των φίλων και των ερωτικών συντρόφων, εάν θέλουν η αγάπη και η εμπιστοσύνη τους να έχουνε στέρεες και υγιείς βάσεις και η σχέση τους να διατηρηθεί μακροχρόνια και αλώβητη. Επιπλέον, νομίζω πως η ειλικρίνεια οφείλεται να ‘ναι ο στυλοβάτης των δεσμών, που συνδέουνε τόσο τους γονείς με τα παιδιά τους, αλλά και τους δασκάλους με τους μαθητές τους, εφόσον αυτές οι δυο κατηγορίες σχέσεων είναι απ’ τις θεμελιώδεις σε μιαν ανθρώπινη κοινότητα…
Και, κλείνοντας, θεωρούμε ότι δύο πράγματα δεν θα πρέπει ποτέ ν’ αποτρέπουν τους ανθρώπους απ’ το να λένε πάντα και να βροντοφωνάζουν την αλήθεια: Η πίκρα, που μπορεί να σκορπίζει, κι ο φανατισμός, που μπορεί να «μολύνει» τα χείλη κάποιων και να «σφραγίζει» τ’ αφτιά άλλων!
Στην καθημερινή ζωή, οσάκις έχουμε την ειλικρίνεια οδηγό και χρήσιμο σύμβουλο, αντιμετωπίζουμε όσα μας συμβαίνουν με θάρρος και αποφασιστικότητα. Ταυτόχρονα, προτάσσοντας την αλήθεια, οι κάθε λογής σχέσεις συνύπαρξης και συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων είναι, νομίζω, φανερές και ξεκάθαρες, χωρίς υποκρισίες και δόλο.
Η ορθή αλήθεια δεν είναι μία και μοναδική για καθετί. Εξαρτάται από ποιον την λέγει, σε ποιους την λέγει, πότε και γιατί την λέγει. Έτσι, καλόν είναι να ‘μαστε επιφυλακτικοί εφόσον για τα πολιτικά πράγματα, αν και όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μεταξύ τους και όλοι έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν τη γνώμη τους ελεύθερα, έχει επικρατήσει από παλιά να θεωρείται περισσότερο σωστή η γνώμη των πολιτικών, ακόμη κι αν λένε ψέματα, για να παραπλανήσουν το λαό να τους ακολουθήσει. Εξίσου, όμως, προσεχτικός ο πολύς κόσμος δε θα ‘πρεπε να ‘ναι όταν τη γνώμη των ζωγράφων ζητάει για τους ζωγραφικούς πίνακες και των μουσικών για τα μουσικά έργα; Το μέγα, εντούτοις, λάθος, που – αλίμονο! – διαπράττουμε όλοι καθημερινά πώς επιτρέπουμε τους αγρότες να μας νουθετούν για θέματα… ναυσιπλοΐας και ναυτικούς να μας προτρέπουν σε … γεωργικές επιχειρήσεις!
Αλήθεια, που την ξέρει μόνον έναν δεν λογαριάζεται για πραγματική, μήτε θα βοηθήσει τον άνθρωπο να βρει το μονοπάτι το σωστό. Η αλήθεια, όμως, που – καθώς κηρύττεται στις ανθρώπινες κοινωνίες – αμφισβητείται, δοκιμάζεται η ισχύς της κι αποχτά φίλους και αντιπάλους, διαφέρει από τη γεμάτη προκαταλήψεις και αμετακίνητη αυθεντία.
Δε χρειάζεται, όταν μιλάς, να στολίζεις το λόγο σου με στολίδια περιττά και ψεύτικα, μήτε να φοβάσαι πως πρέπει οπωσδήποτε να πείσεις το συνομιλητή σου. Αρκεί ν’ αφήσεις τη σκέψη σου λεύτερη κι αφτιασίδωτη να βγει, όπως γεννήθηκε στην ψυχή σου. Τότε, θα βγει στο φως και θα λάμπει, χωρίς περιορισμούς, και η αλήθεια.
Η ειλικρίνεια θα ‘πρεπε να διέπει τις σχέσεις των πολιτικών με το λαό, όχι μονάχα στη διάρκεια των προεκλογικών τους εξαγγελιών, αλλά και κατά την άσκηση της εξουσίας και τη λήψη μέτρων ή τη θέσπιση νόμων, που αφορούν τις κοινωνικές σχέσεις. Για να επιτύχουν, κατά τη γνώμη μου, οι πολιτικοί τη λαϊκή συναίνεση και συγκατάνευση σε καίρια ζητήματα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, οφείλουν να ‘ναι ειλικρινείς προς τα λαϊκά στρώματα, που, γνωρίζοντας, επακριβώς και ανά πάσα στιγμή, ό,τι συμβαίνει, θα κρίνουν αντικειμενικά εάν πρέπει να συμπαραταχτούν με τους πολιτικούς.
Η συναδελφοσύνη, η αγάπη, η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια είναι, ανέκαθεν, απαραίτητες στους χώρους των εργαζομένων. Έτσι, πετυχαίνονται η αναγνώριση και ο σεβασμός των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η συμπαράσταση μεταξύ των μελών του ίδιου συνόλου (αγροτών, εργατών, υπαλλήλων), που, κατόπιν, σαν μια γροθιά, διεκδικούν τα δικαιώματά τους απ’ τους οικονομικά ισχυρούς και τους πολιτικά κρατούντες. Για να επιτευχθεί, όμως, η συναδελφοσύνη μ’ όλα της τα πλεονεκτήματα, πρέπει, θαρρώ, να υπάρχει ειλικρίνεια μεταξύ των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, ενώ ταυτόχρονα η αλήθεια στις σχέσεις εργοδοσίας – εργατικής τάξης δίνει κίνητρα απρόσκοπτης συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία και σημαντική ώθηση στην εθνική οικονομία, με την αγαστή και τίμια συνεργασία και σύμπραξη όλων των εμπλεκομένων.
Η αλήθεια, επίσης, είναι καλό να χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ των φίλων και των ερωτικών συντρόφων, εάν θέλουν η αγάπη και η εμπιστοσύνη τους να έχουνε στέρεες και υγιείς βάσεις και η σχέση τους να διατηρηθεί μακροχρόνια και αλώβητη. Επιπλέον, νομίζω πως η ειλικρίνεια οφείλεται να ‘ναι ο στυλοβάτης των δεσμών, που συνδέουνε τόσο τους γονείς με τα παιδιά τους, αλλά και τους δασκάλους με τους μαθητές τους, εφόσον αυτές οι δυο κατηγορίες σχέσεων είναι απ’ τις θεμελιώδεις σε μιαν ανθρώπινη κοινότητα…
Και, κλείνοντας, θεωρούμε ότι δύο πράγματα δεν θα πρέπει ποτέ ν’ αποτρέπουν τους ανθρώπους απ’ το να λένε πάντα και να βροντοφωνάζουν την αλήθεια: Η πίκρα, που μπορεί να σκορπίζει, κι ο φανατισμός, που μπορεί να «μολύνει» τα χείλη κάποιων και να «σφραγίζει» τ’ αφτιά άλλων!
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Μοναξιάς
Στις μεγαλουπόλεις όλου του κόσμου, ανέκαθεν, μα με ιδιαίτερη έξαρση τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται το φαινόμενο της μοναξιάς, ιδίως μεταξύ των νεαρών σε ηλικία ανθρώπων, μολονότι, λόγω της αστυφιλίας, πολλοί άνθρωποι έχουνε ασφυκτικά συρρεύσει και συγκεντρωθεί στα αστικά κέντρα. Αρκετές και διαφορετικές αιτίες οδήγησαν σ’ αυτό το φαινόμενο και πολυποίκιλες είναι οι λύσεις, που έχουν, από καιρό σε καιρό, προταθεί.
Μπορεί να φταίει η εργασιομανία• πιθανόν, μερίδιο ευθύνης έχουν το άγχος και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου• μάλλον, υπόλογος πρέπει να ‘ναι κι η καθημερινή αλλοτρίωση, που έχει εισβάλει παντού πλέον. Ίσως, όμως, να φταίνε όλα μαζύ και προς αυτήν την κατεύθυνση, αντί να τα «απομονώνουμε», να πρέπει ν’ αναζητούμε για όλα μαζύ λύσεις, ωσάν να επρόκειτο για έναν πανίσχυρο «αντίπαλο» και όχι ήσσονες και μεμονωμένους!
Η ζωή, στις μεγαλουπόλεις, εξαρτιέται, σε μεγάλο βαθμό, από τον «ομφάλιο λώρο», που δένει τον νέο από την οικογένειά του. Όταν αποκόβεται απ’ αυτούς και ως «Ίκαρος» προσπαθεί, χωρίς να καεί από τις ηλιαχτίδες, να πετάξει μόνος του, κοιτάζει περισσότερο, βρίσκοντας μιαν προσοδοφόρα εργασία, πώς θ’ αναγνωριστεί ως ανεξάρτητη και αυτάρκης προσωπικότητα• συνάμα, επιδιώκει, με φίλους και ερωτικούς δεσμούς, την όσο γίνεται ανώδυνη αρμονική ένταξή του στον κοινωνικό περίγυρο.
Το «τίμημα» της ανεξαρτησίας από την οικογενειακή στέγη είναι να πέφτεις, εκούσια ή ακούσια, σε οδυνηρά ή ανώδυνα σφάλματα. Το ζητούμενο, όμως, είναι να διδαχτείς από τα λάθη αυτά και να μην υποπέσεις ποτέ ξανά στον ίδιο πόνο.
Και τα «λάθη», που φέρνουν τη μοναξιά στις σύγχρονες κοινωνίες και δεν αφήνουν τον άνθρωπο και δη το νέο να χαρεί τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη, δεν είναι προϊόντα εκούσιας αμυαλιάς ή δειλίας ή ανικανότητας ή ανυπομονησίας του ίδιου του νέου• είναι και οι αγωνιώδεις προσπάθειες, στις οποίες – άθελά τους; – μας παροτρύνουνε γονείς και δάσκαλοι, αλλά μας ωθούν και οι τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, για επαγγελματική αποκατάσταση και οικονομική αυτοδυναμία. Καμιά φορά, βεβαίως, προηγούμενες μας ελεύθερες επιλογές φίλων ή ερωτικών συντρόφων, οι οποίες μας «πλήγωσαν», στέκουνται κακοί «δάσκαλοι» και μας προτρέπουνε να προτιμούμε τη μοναξιά και την … «ασφάλειά» της, παρά να «ρισκάρουμε» να ξανάρθουμε σ’ επαφή με τον έξω κόσμο, λάθος μέγα!
Η εκούσια μοναξιά, ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του ατόμου, είναι πάντα επιθυμητός συμβοηθός μας πριν από σημαντικές αποφάσεις ή μετά από δύσκολες στιγμές. Όταν, όμως, εξαναγκάζεσαι να ζεις μονήρης, τότε και η γαλήνη και η αυτοδυναμία, που, τυχόν, θα σου παρέχει, σου μοιάζουνε αλυσίδες ανήλιαγου κάτεργου και θα νιώθεις πως κανείς δε σε βλέπει, κανείς δε σ’ ακούει, κανείς απολύτως, συμμεριζόμενος τον πόνο σου, δεν πρόκειται να σ’ απαλλάξει από τα δεσμά σου.
Μ’ άλλα λόγια, εάν οι άνθρωποι αγωνίζουνται διαρκώς και μόνο για το ζην και ψάχνουνε την «αυτάρκη αταραξία» τους, βαθμιαία ξεχνούν ότι έχουν και καρδιά, ότι έχουν ανάγκη τη φιλική ή την ερωτική συντροφιά, πως δεν είναι η ζωή τους όλη κρυμμένη πίσω από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, από ένα βιβλίο, από ένα άψυχο, τελοσπάντων, εργαλείο. Η ζωή η αληθινή είναι ωραία, όταν ρισκάρεις να περπατάς σε χιονοσκέπαστες χειμωνιάτικες βουνοκορφές, όταν μοιράζεσαι την άνοιξη το πέταγμα των χελιδονιών και τη μυρουδιά των νιόφαντων λουλουδιών, όταν κολυμπάς, το καλοκαίρι, σε βαθιές απάτητες θάλασσες και όταν αγαπάς πειθαρχώντας στα κελεύσματα της καρδιάς σου και μόνον• η ζωή είναι όμορφη, όταν ξέρεις να μοιράζεσαι ένα ανιδιοτελές χάδι, ένα τρυφερό φιλί, ένα γλυκό λόγο στις δύσκολες ώρες… Και ξέρεις να μοιράζεσαι, όταν μπορείς και να δίνεις.
Και μπορείς να δίνεις, όταν – χειμώνα και καλοκαίρι – έχεις ορθάνοιχτη την καρδιά σου, ασυννέφιαστη, χωρίς άγχος και σκοτούρες, όταν ευχαριστείς τους θεούς για τις δυνάμεις, που σου έδωσαν, και την καρτερία, με την οποία θα σ’ εξοπλίζουν, για να μπορείς να λες και κάποια «όχι» στους «καιροσκόπους», που «εποφθαλμιούν» τη ζωή σου• και μολονότι θα δίνεις συνεχώς, θα σου μένει, διαρκώς, κι απόθεμα ψυχικών και σωματικών δυνάμεων για το απρόβλεπτο μέλλον και τις (πιθανές) δυσκολίες του ...
Όταν, λοιπόν, ορθώνεις το ανάστημά σου σ’ όσους θέλουν να σε «επιβουλευτούν», δεν λυπάσαι με όσα δεν έχεις, αλλά χαίρεσαι για όσα έχεις και ονειρεύεσαι για όσα θες να χαρίσεις, τότε το ρίσκο ν’ αγαπήσεις βρίσκει, πάντοτε, ανταπόκριση, τότε δεν είσαι μόνος, ακόμη κι αν το κέντρο της μεγαλούπολης είναι έρημο και θεοσκότεινο, ακόμα κι αν η οικογένειά σου, οι φίλοι ή ο έρως δεν είναι ευδιάκριτοι κάπου εκεί κοντά. Διαφορετικά, ακόμη κι η πολύβουη πλατεία, εν ώρα αιχμής, σου φαίνεται ολοάδεια, έτσι δεν είναι;
Μπορεί να φταίει η εργασιομανία• πιθανόν, μερίδιο ευθύνης έχουν το άγχος και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου• μάλλον, υπόλογος πρέπει να ‘ναι κι η καθημερινή αλλοτρίωση, που έχει εισβάλει παντού πλέον. Ίσως, όμως, να φταίνε όλα μαζύ και προς αυτήν την κατεύθυνση, αντί να τα «απομονώνουμε», να πρέπει ν’ αναζητούμε για όλα μαζύ λύσεις, ωσάν να επρόκειτο για έναν πανίσχυρο «αντίπαλο» και όχι ήσσονες και μεμονωμένους!
Η ζωή, στις μεγαλουπόλεις, εξαρτιέται, σε μεγάλο βαθμό, από τον «ομφάλιο λώρο», που δένει τον νέο από την οικογένειά του. Όταν αποκόβεται απ’ αυτούς και ως «Ίκαρος» προσπαθεί, χωρίς να καεί από τις ηλιαχτίδες, να πετάξει μόνος του, κοιτάζει περισσότερο, βρίσκοντας μιαν προσοδοφόρα εργασία, πώς θ’ αναγνωριστεί ως ανεξάρτητη και αυτάρκης προσωπικότητα• συνάμα, επιδιώκει, με φίλους και ερωτικούς δεσμούς, την όσο γίνεται ανώδυνη αρμονική ένταξή του στον κοινωνικό περίγυρο.
Το «τίμημα» της ανεξαρτησίας από την οικογενειακή στέγη είναι να πέφτεις, εκούσια ή ακούσια, σε οδυνηρά ή ανώδυνα σφάλματα. Το ζητούμενο, όμως, είναι να διδαχτείς από τα λάθη αυτά και να μην υποπέσεις ποτέ ξανά στον ίδιο πόνο.
Και τα «λάθη», που φέρνουν τη μοναξιά στις σύγχρονες κοινωνίες και δεν αφήνουν τον άνθρωπο και δη το νέο να χαρεί τον έρωτα, τη φιλία, την αγάπη, δεν είναι προϊόντα εκούσιας αμυαλιάς ή δειλίας ή ανικανότητας ή ανυπομονησίας του ίδιου του νέου• είναι και οι αγωνιώδεις προσπάθειες, στις οποίες – άθελά τους; – μας παροτρύνουνε γονείς και δάσκαλοι, αλλά μας ωθούν και οι τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, για επαγγελματική αποκατάσταση και οικονομική αυτοδυναμία. Καμιά φορά, βεβαίως, προηγούμενες μας ελεύθερες επιλογές φίλων ή ερωτικών συντρόφων, οι οποίες μας «πλήγωσαν», στέκουνται κακοί «δάσκαλοι» και μας προτρέπουνε να προτιμούμε τη μοναξιά και την … «ασφάλειά» της, παρά να «ρισκάρουμε» να ξανάρθουμε σ’ επαφή με τον έξω κόσμο, λάθος μέγα!
Η εκούσια μοναξιά, ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του ατόμου, είναι πάντα επιθυμητός συμβοηθός μας πριν από σημαντικές αποφάσεις ή μετά από δύσκολες στιγμές. Όταν, όμως, εξαναγκάζεσαι να ζεις μονήρης, τότε και η γαλήνη και η αυτοδυναμία, που, τυχόν, θα σου παρέχει, σου μοιάζουνε αλυσίδες ανήλιαγου κάτεργου και θα νιώθεις πως κανείς δε σε βλέπει, κανείς δε σ’ ακούει, κανείς απολύτως, συμμεριζόμενος τον πόνο σου, δεν πρόκειται να σ’ απαλλάξει από τα δεσμά σου.
Μ’ άλλα λόγια, εάν οι άνθρωποι αγωνίζουνται διαρκώς και μόνο για το ζην και ψάχνουνε την «αυτάρκη αταραξία» τους, βαθμιαία ξεχνούν ότι έχουν και καρδιά, ότι έχουν ανάγκη τη φιλική ή την ερωτική συντροφιά, πως δεν είναι η ζωή τους όλη κρυμμένη πίσω από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, από ένα βιβλίο, από ένα άψυχο, τελοσπάντων, εργαλείο. Η ζωή η αληθινή είναι ωραία, όταν ρισκάρεις να περπατάς σε χιονοσκέπαστες χειμωνιάτικες βουνοκορφές, όταν μοιράζεσαι την άνοιξη το πέταγμα των χελιδονιών και τη μυρουδιά των νιόφαντων λουλουδιών, όταν κολυμπάς, το καλοκαίρι, σε βαθιές απάτητες θάλασσες και όταν αγαπάς πειθαρχώντας στα κελεύσματα της καρδιάς σου και μόνον• η ζωή είναι όμορφη, όταν ξέρεις να μοιράζεσαι ένα ανιδιοτελές χάδι, ένα τρυφερό φιλί, ένα γλυκό λόγο στις δύσκολες ώρες… Και ξέρεις να μοιράζεσαι, όταν μπορείς και να δίνεις.
Και μπορείς να δίνεις, όταν – χειμώνα και καλοκαίρι – έχεις ορθάνοιχτη την καρδιά σου, ασυννέφιαστη, χωρίς άγχος και σκοτούρες, όταν ευχαριστείς τους θεούς για τις δυνάμεις, που σου έδωσαν, και την καρτερία, με την οποία θα σ’ εξοπλίζουν, για να μπορείς να λες και κάποια «όχι» στους «καιροσκόπους», που «εποφθαλμιούν» τη ζωή σου• και μολονότι θα δίνεις συνεχώς, θα σου μένει, διαρκώς, κι απόθεμα ψυχικών και σωματικών δυνάμεων για το απρόβλεπτο μέλλον και τις (πιθανές) δυσκολίες του ...
Όταν, λοιπόν, ορθώνεις το ανάστημά σου σ’ όσους θέλουν να σε «επιβουλευτούν», δεν λυπάσαι με όσα δεν έχεις, αλλά χαίρεσαι για όσα έχεις και ονειρεύεσαι για όσα θες να χαρίσεις, τότε το ρίσκο ν’ αγαπήσεις βρίσκει, πάντοτε, ανταπόκριση, τότε δεν είσαι μόνος, ακόμη κι αν το κέντρο της μεγαλούπολης είναι έρημο και θεοσκότεινο, ακόμα κι αν η οικογένειά σου, οι φίλοι ή ο έρως δεν είναι ευδιάκριτοι κάπου εκεί κοντά. Διαφορετικά, ακόμη κι η πολύβουη πλατεία, εν ώρα αιχμής, σου φαίνεται ολοάδεια, έτσι δεν είναι;
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Αγάπης και Έρωτος
Η αγάπη δεν κουράζει. Γαληνεύει και ξεκουράζει. Ο έρωτας δεν βαλτώνει. Ανανεώνει.
Η γαλήνη αναφέρεται στον ψυχικό μας κόσμο και η ξεκούραση στο ανθρώπινο σώμα.
Στον αντίποδα τούτων, η ταραχή και η κόπωση εξουθενώνουνε τον άνθρωπο. Η πρώτη φθείρει το νου και τον τρόπο σκέψης του και η δεύτερη αλλοιώνει τους μηχανισμούς αντίδρασης του ανθρώπινου σώματος στις εξωτερικές αντιδράσεις.
Τα τέσσερα αυτά αισθήματα (γαλήνη ≠ ταραχή, ξεκούραση ≠ κόπωση) επηρεάζουνε και τις σχέσεις του κάθε ανθρώπου με τον εαυτό του πρώτα – πρώτα και μετά, με τους συνανθρώπους του. Στον ξεκούραστο και το γαλήνιο άνθρωπο, η χαρά βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ενώ η γκρίνια συντροφεύει τον κουρασμένο και τον (κατα)πιεσμένο. Ο ήρεμος άνθρωπος και όποιος αγαπά ατενίζει το μέλλον και σχεδιάζει γεμάτος αισιοδοξία. Ο κουρασμένος και ο ανέραστος μένει αδρανής και διαρκώς αναβάλλει και τα ήδη σχεδιασμένα.
Η ανανέωση και ο έρως βοηθάνε τον άνθρωπο να ξεφύγει από τα συνηθισμένα, τα γεμάτα πλήξη και ανία της καθημερινής ζωής. Είναι ο νέος, ο διαφορετικός αέρας, η άλλη οπτική γωνία, η δημιουργική επανατοποθέτηση προς ό,τι μας περιβάλλει.
Η πίστη και η εμπιστοσύνη ενδυναμώνουνε τους ανθρώπους. Στην αληθινή αγάπη, το «δούναι – λαβείν» είναι που τους κάνει ευάλωτους μεταξύ τους, αλλά δυνατούς προς τα έξω. Η πραγματική φιλία είναι μια ιδανική μορφή αγάπης, εφόσον, όπως όλοι παραδέχουνται, ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται τους φίλους όχι για να ‘χει κάποιον να ξεσπά στις άσχημες ώρες ή να του επιβάλλει βιαίως τα προστάγματά του, μα για να μπορεί να μοιράζεται με κάποιον τη χειμερινή θερμάστρα και τον καλοκαιρινό ίσκιο, αλλά, κυρίως, για να βρίσκει, μέσα από μια διαφορετική της δικής του γνώμη, τον ίσιο δρόμο, όταν τείνει να ξεστρατίσει.
Στην αληθινή ευτυχία φτάνεις, όταν υποτάσσεις το «εγώ» στο «εμείς», όχι επειδή «πρέπει», αλλά σπρωγμένος από μια δύναμη σαν την αγάπη… Οσάκις η αγάπη κι ο έρωτας αφανίζουνε τα «εγώ» και ενώνουνε τα πρόσωπα έως την αλήθεια, οι άνθρωποι περνούν το κατώφλι της ευτυχίας• αλλιώς, βολοδέρνουνε στις φουσκοθαλασσιές μιας γεμάτης ψεύδη και χωρίς αγάπη ζωής ασκεπείς, γυμνοί και ανυπόδητοι.
Η αληθινή αγάπη ελευθερώνει. Ποτέ δε σκλαβώνει. Πλουτίζει τις καρδιές των ανθρώπων με τα ανεκτίμητα χαρίσματα της καλοσύνης, της αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης, της φιλαλήθειας και της ευσπλαχνίας• και δι’ αυτής, οι ψυχικές τους δυνάμεις βρίσκουνε την ατραπό για την πραγμάτωση και την καταξίωση.
Το μονοπάτι προς την καταξίωση των ανθρώπινων καρδιών και την ευτυχία δεν είναι μία εφήμερη σαρκική μίξη. Η ατραπός προς την τελείωση της ψυχής και την αλήθεια έρχεται, οσάκις, στα μάτια εκείνου που λέει ότι σ’ αγαπά, βλέπεις να καθρεφτίζουνται η αρετή ως αθώα τελειότητα και άδολη υπεροχή, ως αγέραστη ευδοξία και τιμή, ως ανυπέρβλητη ευγένεια ψυχής και το… μέλλον.
Η γαλήνη αναφέρεται στον ψυχικό μας κόσμο και η ξεκούραση στο ανθρώπινο σώμα.
Στον αντίποδα τούτων, η ταραχή και η κόπωση εξουθενώνουνε τον άνθρωπο. Η πρώτη φθείρει το νου και τον τρόπο σκέψης του και η δεύτερη αλλοιώνει τους μηχανισμούς αντίδρασης του ανθρώπινου σώματος στις εξωτερικές αντιδράσεις.
Τα τέσσερα αυτά αισθήματα (γαλήνη ≠ ταραχή, ξεκούραση ≠ κόπωση) επηρεάζουνε και τις σχέσεις του κάθε ανθρώπου με τον εαυτό του πρώτα – πρώτα και μετά, με τους συνανθρώπους του. Στον ξεκούραστο και το γαλήνιο άνθρωπο, η χαρά βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ενώ η γκρίνια συντροφεύει τον κουρασμένο και τον (κατα)πιεσμένο. Ο ήρεμος άνθρωπος και όποιος αγαπά ατενίζει το μέλλον και σχεδιάζει γεμάτος αισιοδοξία. Ο κουρασμένος και ο ανέραστος μένει αδρανής και διαρκώς αναβάλλει και τα ήδη σχεδιασμένα.
Η ανανέωση και ο έρως βοηθάνε τον άνθρωπο να ξεφύγει από τα συνηθισμένα, τα γεμάτα πλήξη και ανία της καθημερινής ζωής. Είναι ο νέος, ο διαφορετικός αέρας, η άλλη οπτική γωνία, η δημιουργική επανατοποθέτηση προς ό,τι μας περιβάλλει.
Η πίστη και η εμπιστοσύνη ενδυναμώνουνε τους ανθρώπους. Στην αληθινή αγάπη, το «δούναι – λαβείν» είναι που τους κάνει ευάλωτους μεταξύ τους, αλλά δυνατούς προς τα έξω. Η πραγματική φιλία είναι μια ιδανική μορφή αγάπης, εφόσον, όπως όλοι παραδέχουνται, ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται τους φίλους όχι για να ‘χει κάποιον να ξεσπά στις άσχημες ώρες ή να του επιβάλλει βιαίως τα προστάγματά του, μα για να μπορεί να μοιράζεται με κάποιον τη χειμερινή θερμάστρα και τον καλοκαιρινό ίσκιο, αλλά, κυρίως, για να βρίσκει, μέσα από μια διαφορετική της δικής του γνώμη, τον ίσιο δρόμο, όταν τείνει να ξεστρατίσει.
Στην αληθινή ευτυχία φτάνεις, όταν υποτάσσεις το «εγώ» στο «εμείς», όχι επειδή «πρέπει», αλλά σπρωγμένος από μια δύναμη σαν την αγάπη… Οσάκις η αγάπη κι ο έρωτας αφανίζουνε τα «εγώ» και ενώνουνε τα πρόσωπα έως την αλήθεια, οι άνθρωποι περνούν το κατώφλι της ευτυχίας• αλλιώς, βολοδέρνουνε στις φουσκοθαλασσιές μιας γεμάτης ψεύδη και χωρίς αγάπη ζωής ασκεπείς, γυμνοί και ανυπόδητοι.
Η αληθινή αγάπη ελευθερώνει. Ποτέ δε σκλαβώνει. Πλουτίζει τις καρδιές των ανθρώπων με τα ανεκτίμητα χαρίσματα της καλοσύνης, της αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης, της φιλαλήθειας και της ευσπλαχνίας• και δι’ αυτής, οι ψυχικές τους δυνάμεις βρίσκουνε την ατραπό για την πραγμάτωση και την καταξίωση.
Το μονοπάτι προς την καταξίωση των ανθρώπινων καρδιών και την ευτυχία δεν είναι μία εφήμερη σαρκική μίξη. Η ατραπός προς την τελείωση της ψυχής και την αλήθεια έρχεται, οσάκις, στα μάτια εκείνου που λέει ότι σ’ αγαπά, βλέπεις να καθρεφτίζουνται η αρετή ως αθώα τελειότητα και άδολη υπεροχή, ως αγέραστη ευδοξία και τιμή, ως ανυπέρβλητη ευγένεια ψυχής και το… μέλλον.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Γλώσσας και Διάνοιας
Ο άνθρωπος, αφού προικίστηκε από το Θεό με πνευματικά και σωματικά χαρίσματα, το «συλλογίζεσθαι», το «κρίνειν», αλλά και τη διάνοια και τη γλώσσα, που τον βοηθούν να παράγει αξιόλογα πνευματικά και υλικά δημιουργήματα, είναι το ον, που ξεχωρίζει από τα θεία πλάσματα και τα λοιπά ζώα. Συνήθως, απ’ ό,τι λέγεται, ο εκάστοτε άνθρωπος ζει αντιμετωπίζοντας όσο γίνεται ανώδυνα τα καθημερινά προβλήματα και χρησιμοποιώντας γι’ αυτό και τη γλώσσα και τη διάνοιά του. Επιπλέον, η πείρα και η εμπειρία, που ‘χουν αποκομίσει και του κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές, για να επιλέξει τον τάδε ή τον δείνα δρόμο, τον βοηθούν να συνυπάρχει με τους συνανθρώπους του και να επιβιώνει στον κάθε λογής «ανταγωνισμό», που – εκούσια ή ακούσια – υφίσταται, καθημερινά, τριγύρω του…
Δεν υπάρχει άνθρωπος αλάνθαστος ή ολόκαλος. Το ζητούμενο είναι η διάνοιά του να βοηθά τον άνθρωπο να διώξει κάθε κακία από μέσα του και να διδάσκεται , να (μπορεί να) διορθώνεται απ’ τα λάθη του, στα οποία άθελά του υποπίπτει ή η έχθρητα προς τους άλλους και η ζήλια τον παρασέρνουνε και τον σπρώχνουνε ως άβουλο. Στα λάθη του συγκαταλέγω, δίχως άλλο, και την καλλιέργεια αντικοινωνικών παθών, που – αντί να συμφιλιώνουνε τις κοινωνίες και τους λαούς – τους διχάζουνε. Κι ως τέτοια πάθη εγώ λογαριάζω την αρχομανία, τη φιλοχρηματία, τη ζηλοφθονία, το φανατισμό, την κακοβουλία κ.α.
Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι σταθερή, δεν είναι άφθαρτη ή αιώνια. Μεταβάλλεται συνεχώς, είναι φθαρτή και με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως. Χαραχτηρίζεται από τις συνεχείς και επίμονες ανθρώπινες απόπειρες να φτάσουμε ως τη βρύση της ευτυχίας και της επιτυχίας και περιλαμβάνει, σε κυκλική επαναλαμβανόμενη (περιοδική) μορφή, πλάνες, χαρές, αποτυχίες και λύπες, νέες χαρμόσυνες στιγμές. Για να μάθουν, όμως, οι κατοπινές γενιές μήτε να χαίρουνται υπέρμετρα, μήτε να λυπούνται υπερβολικά, γιατί όλα είναι εφήμερα και παροδικά επί της γης και το χρήμα και φτώχια, η δόξα και η περιφρόνηση, η φιλία και η έχθρητα και ο γλυκύς ή πικρός λόγος, χρειάζεται η γλώσσα των τωρινών να τους κληροδοτήσει γραπτά ή προφορικά «χνάρια» και «πατημασιές».
Και θα ‘ναι γραμμένα ή ειπωμένα έτσι τα λόγια των προπατόρων, ώστε να μη μοιάζουνε μ’ ένα «σκοταδιστικό ηθικοπλαστικό κήρυγμα», ξεπερασμένο απ’ τα χρόνια• θα πρέπει να θυμίζουν ένα σοφό, πολύπειρο δάσκαλο, όπως το Θουκυδίδη με την «Ιστορία» του ή τον Αριστοφάνη με τις κωμωδίες του. Θα πρέπει να ‘ναι σαν ένα πλατύ ανιδιοτελές χαμόγελο και μιαν μεγάλη, μεστή απ’ αληθινή αγάπη κι ορθάνοιχτη αγκαλιά προς όλους όσοι μας περιβάλλουν. Αν και όπως λέει, εάν θυμάμαι καλά, και το τραγούδι: «Για την αγάπη όσα κι αν δίνεις είναι λίγα, και μην περιμένεις ανταμοιβή!»
Δεν υπάρχει άνθρωπος αλάνθαστος ή ολόκαλος. Το ζητούμενο είναι η διάνοιά του να βοηθά τον άνθρωπο να διώξει κάθε κακία από μέσα του και να διδάσκεται , να (μπορεί να) διορθώνεται απ’ τα λάθη του, στα οποία άθελά του υποπίπτει ή η έχθρητα προς τους άλλους και η ζήλια τον παρασέρνουνε και τον σπρώχνουνε ως άβουλο. Στα λάθη του συγκαταλέγω, δίχως άλλο, και την καλλιέργεια αντικοινωνικών παθών, που – αντί να συμφιλιώνουνε τις κοινωνίες και τους λαούς – τους διχάζουνε. Κι ως τέτοια πάθη εγώ λογαριάζω την αρχομανία, τη φιλοχρηματία, τη ζηλοφθονία, το φανατισμό, την κακοβουλία κ.α.
Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι σταθερή, δεν είναι άφθαρτη ή αιώνια. Μεταβάλλεται συνεχώς, είναι φθαρτή και με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως. Χαραχτηρίζεται από τις συνεχείς και επίμονες ανθρώπινες απόπειρες να φτάσουμε ως τη βρύση της ευτυχίας και της επιτυχίας και περιλαμβάνει, σε κυκλική επαναλαμβανόμενη (περιοδική) μορφή, πλάνες, χαρές, αποτυχίες και λύπες, νέες χαρμόσυνες στιγμές. Για να μάθουν, όμως, οι κατοπινές γενιές μήτε να χαίρουνται υπέρμετρα, μήτε να λυπούνται υπερβολικά, γιατί όλα είναι εφήμερα και παροδικά επί της γης και το χρήμα και φτώχια, η δόξα και η περιφρόνηση, η φιλία και η έχθρητα και ο γλυκύς ή πικρός λόγος, χρειάζεται η γλώσσα των τωρινών να τους κληροδοτήσει γραπτά ή προφορικά «χνάρια» και «πατημασιές».
Και θα ‘ναι γραμμένα ή ειπωμένα έτσι τα λόγια των προπατόρων, ώστε να μη μοιάζουνε μ’ ένα «σκοταδιστικό ηθικοπλαστικό κήρυγμα», ξεπερασμένο απ’ τα χρόνια• θα πρέπει να θυμίζουν ένα σοφό, πολύπειρο δάσκαλο, όπως το Θουκυδίδη με την «Ιστορία» του ή τον Αριστοφάνη με τις κωμωδίες του. Θα πρέπει να ‘ναι σαν ένα πλατύ ανιδιοτελές χαμόγελο και μιαν μεγάλη, μεστή απ’ αληθινή αγάπη κι ορθάνοιχτη αγκαλιά προς όλους όσοι μας περιβάλλουν. Αν και όπως λέει, εάν θυμάμαι καλά, και το τραγούδι: «Για την αγάπη όσα κι αν δίνεις είναι λίγα, και μην περιμένεις ανταμοιβή!»
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί «Συλλογίζεσθαι και Κρίνειν»
Τίποτα από το σήμερα, δε μοιάζει στο χθες, μήτε το αύριο θα ‘ναι το ίδιο με το σήμερα, όσο κι αν οι άνθρωποι τις παιδικές του συνήθειες δύσκολα αλλάζουν. Τα πράγματα, που μας περιτριγυρίζουν, μένουνε σταθερά, τα ονόματά τους μεταβάλλουνται και, με τη στήριξη της Γνώσης και τη συνδρομή των Γνώσεων, προσαρμόζουνται στις γύρωθε συνθήκες, από διάφορους κοινωνικοπολιτικούς παράγοντες «αγγιγμένα».
Η Παιδεία, ένας απ’ αυτούς τους παράγοντες π.χ., καλλιεργεί το πνεύμα και το λόγο, η Γυμναστική, ένας άλλος, το σώμα ανθεκτικό στις κακουχίες και εγκρατές στην ευφροσύνη κάνει, και τα δύο μαζύ άνθρωπο – μέλος της κοινωνίας αυτοκυρίαρχο δίδουν στις σκέψεις και τις πράξεις• συνάμα, του παρέχουνε τη δυνατότητα να ονοματίζει όσα τον περιβάλλουν και έτσι, κατόπιν, σε συνεργασία με τον περίγυρό του, να διευκολύνεται στην ερμηνεία και στον τρόπο να βρίσκει εφαρμογής τους.
Μόνος αληθινός δάσκαλος μιας καρδιάς είναι ο πόνος ύστερα από ένα (εκούσιο ή – κυρίως – ακούσιο) λάθος σε βάρος της ίδιας ή ενός αθώου.
Όποιος σκορπά αλόγιστα ό,τι έχει, μοιάζει μ’ αυτόν που δεν γνωρίζει ό,τι έχει. Όμοια, όποιος άνθρωπος δεν ξέρει να μεταχειρίζεται σωστά το λόγο και να ερμηνεύει όσα τον περιβάλλουν, αν και έχει το προτέρημα του «συλλογίζεσθαι» και του «κρίνειν», θυμίζει αυτόν που το ίδιο προτέρημα αναλίσκει εις βάρος της κοινωνίας που ζει, αλλά και του ίδιου, στ’ όνομα ενός προσωρινού ωφελήματος.
«Συλλογίζεσθαι» σημαίνει χρησιμοποιώ χωρίς βία, βιασύνη, αλλά προσεχτικά το λόγο μαζύ με την πράξη εγώ ο ίδιος, για να εξέλθω από μιαν κατάσταση, όπου έχω περιπέσει, καλή ή κακή, και να μεταβώ σε μία άλλη, ψυχική, πνευματική, ηθική, οικονομική, κοινωνική.
«Κρίνειν» είναι η δυνατότητα (η ικανότητα, όχι η ευκαιρία) που έχει κάθε άνθρωπος να βάζει κάτω τα πράγματα, να βλέπει πού πηγαίνει – τι συμβαίνει και ποια κίνητρα σπρώχνουν εσώψυχα μια συγκεκριμένη κίνηση του ιδίου ή των άλλων και, επίσης, να σταθμίζει τις πραγματικές του δυνάμεις, πριν προχωρήσει σε κάποια κίνηση που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον κοινωνικό του περίγυρο. Στις σημερινές, όμως, κοινωνίες, «κρίνουν» οι πολλοί τους λίγους και θέλουν να ερμηνεύουν την καθημερινή ζωή δίχως να λαβαίνουν υπόψη τους την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» και χωρίς να ψάχνουν τα βαθύτερα κίνητρα μιας συμπεριφοράς· και δίνουν, έτσι, στη λέξη μιαν εντελώς βαρυσήμαντη κακώς έννοια.
Η Ιατρική και η Θεολογία, δύο ακόμη από τους «παράγοντες» που «βοηθούν» στην ερμηνεία όσων μας περιτριγυρίζουνε, προσπαθούν, ξεχνώντας τα δώρα της Φύσης, να πείσουνε τον άνθρωπο πως το σώμα και η ψυχή μας, αντίστοιχα, εξαρτώνται από κάτι Τέλειον, το Θεό και την Επιστήμη τάχα; Κι όμως μόνον όταν ο άνθρωπος, αυτεξούσιος και υπόλογος στις φυσικές του δυνάμεις, απολαμβάνει τις ηδονές του σώματος και της ψυχής, που – για προφανείς λόγους – απαγορεύουν όσοι η Φύση τους στέρησε αυτή την ευκαιρία και τη δυνατότητα, τότε μοιάζει πραγματικά ολοκληρωμένος και δοξολογεί ευγνώμων τους θεούς για ό,τι καθημερινά του προσφέρουν.
Λοιπόν, μήπως έχουν δίκιο όσοι λένε η Φύση είναι ο πρώτος γιατρός και θεός, επειδή θέλει ακόμη και τις τελευταίες ώρες του πριν από το θάνατο εύθυμο τον άνθρωπο και όχι στερημένο ή αγχωμένο από τις «αρρώστιες», που του φόρτωσαν οι επιστήμονες και τις «αμαρτίες» που του χρέωσαν οι θεοφοβούμενοι;
Η Παιδεία, ένας απ’ αυτούς τους παράγοντες π.χ., καλλιεργεί το πνεύμα και το λόγο, η Γυμναστική, ένας άλλος, το σώμα ανθεκτικό στις κακουχίες και εγκρατές στην ευφροσύνη κάνει, και τα δύο μαζύ άνθρωπο – μέλος της κοινωνίας αυτοκυρίαρχο δίδουν στις σκέψεις και τις πράξεις• συνάμα, του παρέχουνε τη δυνατότητα να ονοματίζει όσα τον περιβάλλουν και έτσι, κατόπιν, σε συνεργασία με τον περίγυρό του, να διευκολύνεται στην ερμηνεία και στον τρόπο να βρίσκει εφαρμογής τους.
Μόνος αληθινός δάσκαλος μιας καρδιάς είναι ο πόνος ύστερα από ένα (εκούσιο ή – κυρίως – ακούσιο) λάθος σε βάρος της ίδιας ή ενός αθώου.
Όποιος σκορπά αλόγιστα ό,τι έχει, μοιάζει μ’ αυτόν που δεν γνωρίζει ό,τι έχει. Όμοια, όποιος άνθρωπος δεν ξέρει να μεταχειρίζεται σωστά το λόγο και να ερμηνεύει όσα τον περιβάλλουν, αν και έχει το προτέρημα του «συλλογίζεσθαι» και του «κρίνειν», θυμίζει αυτόν που το ίδιο προτέρημα αναλίσκει εις βάρος της κοινωνίας που ζει, αλλά και του ίδιου, στ’ όνομα ενός προσωρινού ωφελήματος.
«Συλλογίζεσθαι» σημαίνει χρησιμοποιώ χωρίς βία, βιασύνη, αλλά προσεχτικά το λόγο μαζύ με την πράξη εγώ ο ίδιος, για να εξέλθω από μιαν κατάσταση, όπου έχω περιπέσει, καλή ή κακή, και να μεταβώ σε μία άλλη, ψυχική, πνευματική, ηθική, οικονομική, κοινωνική.
«Κρίνειν» είναι η δυνατότητα (η ικανότητα, όχι η ευκαιρία) που έχει κάθε άνθρωπος να βάζει κάτω τα πράγματα, να βλέπει πού πηγαίνει – τι συμβαίνει και ποια κίνητρα σπρώχνουν εσώψυχα μια συγκεκριμένη κίνηση του ιδίου ή των άλλων και, επίσης, να σταθμίζει τις πραγματικές του δυνάμεις, πριν προχωρήσει σε κάποια κίνηση που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον κοινωνικό του περίγυρο. Στις σημερινές, όμως, κοινωνίες, «κρίνουν» οι πολλοί τους λίγους και θέλουν να ερμηνεύουν την καθημερινή ζωή δίχως να λαβαίνουν υπόψη τους την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» και χωρίς να ψάχνουν τα βαθύτερα κίνητρα μιας συμπεριφοράς· και δίνουν, έτσι, στη λέξη μιαν εντελώς βαρυσήμαντη κακώς έννοια.
Η Ιατρική και η Θεολογία, δύο ακόμη από τους «παράγοντες» που «βοηθούν» στην ερμηνεία όσων μας περιτριγυρίζουνε, προσπαθούν, ξεχνώντας τα δώρα της Φύσης, να πείσουνε τον άνθρωπο πως το σώμα και η ψυχή μας, αντίστοιχα, εξαρτώνται από κάτι Τέλειον, το Θεό και την Επιστήμη τάχα; Κι όμως μόνον όταν ο άνθρωπος, αυτεξούσιος και υπόλογος στις φυσικές του δυνάμεις, απολαμβάνει τις ηδονές του σώματος και της ψυχής, που – για προφανείς λόγους – απαγορεύουν όσοι η Φύση τους στέρησε αυτή την ευκαιρία και τη δυνατότητα, τότε μοιάζει πραγματικά ολοκληρωμένος και δοξολογεί ευγνώμων τους θεούς για ό,τι καθημερινά του προσφέρουν.
Λοιπόν, μήπως έχουν δίκιο όσοι λένε η Φύση είναι ο πρώτος γιατρός και θεός, επειδή θέλει ακόμη και τις τελευταίες ώρες του πριν από το θάνατο εύθυμο τον άνθρωπο και όχι στερημένο ή αγχωμένο από τις «αρρώστιες», που του φόρτωσαν οι επιστήμονες και τις «αμαρτίες» που του χρέωσαν οι θεοφοβούμενοι;
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Γνώσεων και Γνώσης
Όλοι οι άνθρωποι, στον καθημερινό τους αγώνα για ψυχοπνευματική καλλιέργεια και επιβίωση, καλό θάταν να θυμούνται πάντοτε και την ακόλουθη φράση του Δαρβίνου, από το «Περί της Γενέσεως των Ειδών»: «[…] Η χρήσις εις τα κατοικίδια ζώα δυναμώνει και αναπτύσσει μερικά μέρη, ενώ η αχρησία τα ελαττώνει[…]»( μεταφρασμένη στα ελληνικά από τον Ν. Καζαντζάκη). Και απ’ αυτήν αρχινώντας, πολλά απ’ τα καθημερινά, μικρομέγαλα, της ανθρώπινης ζωής φωτίζουνται αλλιώς και βρίσκουνε βαθμιαία το δρόμο της εξήγησης.
Αλήθεια, όταν ο άνθρωπος έχει συνεχώς σε χρήση και εγρήγορση το νου του, τότε τον δυναμώνει και καλλιεργείται ψυχικά και πνευματικά, χάρη στις γνώσεις που προσλαμβάνει έξωθεν και επηρεάζεται απ’ αυτές , θετικά ή αρνητικά. Έτσι, βρίσκει και νέους τρόπους ν’ αντιπαλεύει όλα όσα του συμβαίνουνε καθημερινά και να μην πλήττει και να μην απογοητεύεται. Στον αντίποδα, όταν δεν χρησιμοποιεί το νου του και παραμένει νωθρός, αποδέχεται αβασάνιστα ό,τι γίνεται στη ζωή του και αντιμετωπίζει την κάθε στιγμή της ζωής μοιρολατρικά και ως κάτι αναπόδραστο.
Ο άνθρωπος – εάν δεν είναι αυθύπαρκτος, αλλά οφείλει την παρουσία του σε κάποιους Θεούς – δεν πρέπει ποτέ να εφησυχάζει στις γνώσεις του και του παρέχουνε, άμεσα ή έμμεσα, λύσεις για ό,τι του συντυχαίνει καθημερινά στον κόσμο μας, ο οποίος δε μένει ποτέ στάσιμος, μα διαρκώς εξελίσσεται ή μεταβάλλεται μ’ απίστευτη ταχύτητα. Στη φύση, που τον περιβάλλει, και στο Δημιουργό Θεό του, που τον έφτιαξε και του «δάνεισε» ζωή και πνοή, καθένας μας το χρωστά να ερευνά και να ζητά διαρκώς να μαθαίνει, εωσού φτάσει στην αληθινή Γνώση, ν’ αξιωθεί, δηλαδή, απ’ το Θεό να γίνει κοινωνός των μυστηρίων και της κινητήριας δύναμης της Φύσης και της Αρχής, της Γένεσης και της Εξέλιξης των Όντων και του Σύμπαντος.
Πολλές φορές, οι άνθρωποι προσπαθούν να εξηγήσουν ό,τι τους συμβαίνει με τη λογική τους ή μ’ έναν θεοσοφισμό. Εξήγηση είναι κάθε λογική προσπάθεια για ερμηνεία εκ των υστέρων των ερεθισμάτων και των περιστατικών της ανθρώπινης ζωής, με σκοπό να εντοπιστούν τα πραγματικά αίτια, που οδήγησαν σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, σε εκτροπή π.χ. από την προκαθορισμένη ανοδική πορεία ή σε συσχέτιση με άτομα διαφορετικού επιπέδου.
Θεοσοφισμός είναι η προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας γύρω από την ύπαρξη του Θεού με την υπέρβαση (: επιτυχής τιθάσευση των ενδογενών παθών ή υπερφαλάγγιση δογματικών ή άλλων ανυπέρβλητων εμποδίων, που ορθώνει το ιερατείο ή το Κράτος σ’ όσους του αντιστέκονται) των γήινων ορίων της φιλοσοφίας και της γνώσης, τόσο της εμπειρικής (: της βασισμένης στην πείρα), όσο και της πνευματικής (: της πιστής στις ιδέες του ψυχικού κόσμου και στον ανεπηρέαστο τρόπο σκέψης των ανθρώπων).
Η προσπάθεια κατάχτησης της Γνώσης σχετίζεται και με την προσεχτική και ανιδιοτελή εξέταση των καθημερινών ερεθισμάτων και κοινωνικών φαινόμενων, τα οποία επιδρούν θετικά ή ανασταλτικά στην ανθρώπινη ζωή και σκέψη, με σκοπό τον καθορισμό στόχων και δημιουργία κοινωνικών κύκλων από το άτομο.
Σχετίζεται δε η Γνώση με την ιδέα, το είδωλο, δηλαδή, που κατοικοεδρεύει στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και που απεικονίζει εντός του τον εξωτερικό κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεται καθένας κάθε στιγμή. Γι’ αυτό, υπάρχουν πολλές ιδέες ακόμη και στον ίδιο άνθρωπο, αφού κάθε στιγμή αναπαρίσταται εντός του διαφορετικά από τις προγενέστερες και τις κατοπινές. Η ιδέα, ταυτόχρονα, είναι, πέρα από μιαν απλή απεικόνιση, και η διατύπωση μιας κρίσης , ο σχηματισμός μιας γνώμης, που καταλήγει σε γνώση, για το συγκεκριμένο αντικείμενο ή μιαν τυχαία κατάσταση του έξω κόσμου.
Ο αγώνας για τη Γνώση, τη με μεγάλη προσοχή μεταφερόμενη από την ψυχή στο νου ιδέα του ανθρώπου και κατανόηση για όσα τον περιβάλλουν καθημερινά, έχει μονάχα κοινή αφετηρία: την ώρα που γεννιέται ο κάθε θνητός και προικίζεται απ’ τους Θεούς τη δύναμη, την υπομονή και την επιμονή, την καρτερία, για να μη λιγοψυχήσει στον αγώνα τούτο και παρασυρθεί από τους κάθε λογής «πειρασμούς» και τα σωματικά πάθη. Δεν έχει, όμως, κοινό τερματισμό• τα μονοπάτια για την αντικειμενική Γνώση, την κοινή για όλους τους ανθρώπους, δεν είναι για όλους, την ίδια στιγμή, ευπρόσιτα και βατά. Οι άνθρωποι αρχίζουνε να τα βαδίζουνε, όταν γνωρίζουνε, στη διάρκεια της ζωής τους, τα προβλήματα και αναζητούν, χωρίς υποκρισία και δόλο μα με φιλανθρωπία κι αγάπη, τρόπους να τα λύσουνε• όχι για να ευφράνουνε το σώμα και να ικανοποιήσουνε τις ανάγκες του μονάχα, αλλά, κυρίως, για να ξεκουράσουνε την ψυχή, στην οποία αποθηκεύουνται και όλες οι κατακτημένες, ενόσω ζει ο άνθρωπος, επιμέρους πληροφορίες για όσα ήταν αυτήκοος ή αυτόπτης μάρτυς ή του είπαν άλλοι.
Επιπλέον, με τη Γνώση ο άνθρωπος παύει να ζει κλίνοντας προς μιαν κατεύθυνση ξεχωριστή από τους άλλους, στων οποίων τους κανόνες και τις θέσεις για αρμονική συμβίωση και δημιουργία κύκλων σε μιαν ανθρώπινη κοινωνία αρνείται να υποταχτεί• αντίθετα, αναπτύσσει την ικανότητα να μαντεύει τη σκέψη των συνανθρώπων του και να τους βοηθά να την πραγματώσουν για το κοινό καλό.
Όσοι κίνδυνοι ελλοχεύουνε οσάκις απ’ το μερικό πηγαίνεις, εκούσια, στο γενικό, χωρίς προηγουμένως να ερευνάς και να ερμηνεύεις, με κόπο και μόχτο, τις πραγματικές και βαθύτερες αιτίες του, άλλοι τόσοι ενυπάρχουνε ίσως και δυσαπότρεπτοι, εάν από το γενικό, πάλι με τη θέλησή σου, κρίνεις και το μερικό, δίχως, όμως, να ξέρεις, εκ των προτέρων, την αληθινή και ιδιαίτερη φύση και τα ξεχωριστά γνωρίσματά του. Επιπλέον, κρύβεται κίνδυνος για τους ανθρώπους, οσάκις, ακούσια, ωθούνται από τους κοινωνικοπολιτικά κρατούντες να μην αναζητούνε την αληθινή Γνώση, αλλά να διάγουνε, παρά τη θέλησή τους, τη ζωή τους σε ανυπέρβλητο «πνευματικό σκοτάδι» και βασιζόμενοι, επηρεασμένοι από την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα», σε αυθαίρετες γενικεύσεις ή ειδικεύσεις.
Η άγνοια, είτε εκούσια – είτε ακούσια, είναι αρκετά ζημιογόνα για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Συνήθως, όπως λένε κάποιοι, το δίδυμο Γνώση – Άγνοια μοιάζει, ως προς τη σπουδαιότητα για την ανθρώπινη καθημερινή ζωή, με το ζευγάρι Μοιροκρατία – Χειροκρατία• στη μεν Μοιροκρατία, τα πάντα της ανθρώπινης επίγειας ζωής, τα οποία δεν είναι ανάγκη να ξέρουν όλοι οι άνθρωποι αλλά αρκούν τα επί γης φερέφωνα των θεών, είναι προκαθορισμένα από το προδιαγεγραμμένα θεία χειρί πεπρωμένο, ενώ στη Χειροκρατία, όπου έχουν μερίδιο γνώσης και συμμετοχής όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, ο άνθρωπος μπορεί, βασισμένος στις δυνάμεις των χεριών του, να χαράξει την ανοδική ή καθοδική πορεία του στη ζωή. Η πλάστιγγα ανάμεσα στη Μοιροκρατία και τη Χειροκρατία, ανάλογα με το πού γέρνει, συντελεί και στο εάν οι κοινωνίες γίνουνται εκούσια υποχείρια ή όχι των επιτήδειων (θεόληπτων, θεοκάπηλων, χρηματολατρών, αρχομανών κ.α.) και των θεσιθήρων κρατούντων.
Ας δεχτούμε ότι κάποια – ποτέ, όμως, το σύνολό τους – από τα σωματικά χαρακτηριστικά κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και οι γονείς διδάσκουνε την ηθική και το τι είναι ψυχωφελές και ωφέλιμο στα παιδιά τους• οι πνευματικές ιδιότητες και η ιδεολογία, άραγε, κληρονομούνται ή επηρεάζουνται από το φυσικό και το ανθρώπινο – πλην οικογενείας – περιβάλλον, που ζούμε;
Πόσο εύκολο, τελικά, είναι ο άνθρωπος να φτάσει, μ’ όλα αυτά ως εφόδια, στις γνώσεις για τα καθημερινά του ζητήματα και τη Γνώση για τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Ζωής; Τούτο εξαρτιέται αποκλειστικά απ’ τον ίδιο και κανέναν άλλο…
Αλήθεια, όταν ο άνθρωπος έχει συνεχώς σε χρήση και εγρήγορση το νου του, τότε τον δυναμώνει και καλλιεργείται ψυχικά και πνευματικά, χάρη στις γνώσεις που προσλαμβάνει έξωθεν και επηρεάζεται απ’ αυτές , θετικά ή αρνητικά. Έτσι, βρίσκει και νέους τρόπους ν’ αντιπαλεύει όλα όσα του συμβαίνουνε καθημερινά και να μην πλήττει και να μην απογοητεύεται. Στον αντίποδα, όταν δεν χρησιμοποιεί το νου του και παραμένει νωθρός, αποδέχεται αβασάνιστα ό,τι γίνεται στη ζωή του και αντιμετωπίζει την κάθε στιγμή της ζωής μοιρολατρικά και ως κάτι αναπόδραστο.
Ο άνθρωπος – εάν δεν είναι αυθύπαρκτος, αλλά οφείλει την παρουσία του σε κάποιους Θεούς – δεν πρέπει ποτέ να εφησυχάζει στις γνώσεις του και του παρέχουνε, άμεσα ή έμμεσα, λύσεις για ό,τι του συντυχαίνει καθημερινά στον κόσμο μας, ο οποίος δε μένει ποτέ στάσιμος, μα διαρκώς εξελίσσεται ή μεταβάλλεται μ’ απίστευτη ταχύτητα. Στη φύση, που τον περιβάλλει, και στο Δημιουργό Θεό του, που τον έφτιαξε και του «δάνεισε» ζωή και πνοή, καθένας μας το χρωστά να ερευνά και να ζητά διαρκώς να μαθαίνει, εωσού φτάσει στην αληθινή Γνώση, ν’ αξιωθεί, δηλαδή, απ’ το Θεό να γίνει κοινωνός των μυστηρίων και της κινητήριας δύναμης της Φύσης και της Αρχής, της Γένεσης και της Εξέλιξης των Όντων και του Σύμπαντος.
Πολλές φορές, οι άνθρωποι προσπαθούν να εξηγήσουν ό,τι τους συμβαίνει με τη λογική τους ή μ’ έναν θεοσοφισμό. Εξήγηση είναι κάθε λογική προσπάθεια για ερμηνεία εκ των υστέρων των ερεθισμάτων και των περιστατικών της ανθρώπινης ζωής, με σκοπό να εντοπιστούν τα πραγματικά αίτια, που οδήγησαν σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, σε εκτροπή π.χ. από την προκαθορισμένη ανοδική πορεία ή σε συσχέτιση με άτομα διαφορετικού επιπέδου.
Θεοσοφισμός είναι η προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας γύρω από την ύπαρξη του Θεού με την υπέρβαση (: επιτυχής τιθάσευση των ενδογενών παθών ή υπερφαλάγγιση δογματικών ή άλλων ανυπέρβλητων εμποδίων, που ορθώνει το ιερατείο ή το Κράτος σ’ όσους του αντιστέκονται) των γήινων ορίων της φιλοσοφίας και της γνώσης, τόσο της εμπειρικής (: της βασισμένης στην πείρα), όσο και της πνευματικής (: της πιστής στις ιδέες του ψυχικού κόσμου και στον ανεπηρέαστο τρόπο σκέψης των ανθρώπων).
Η προσπάθεια κατάχτησης της Γνώσης σχετίζεται και με την προσεχτική και ανιδιοτελή εξέταση των καθημερινών ερεθισμάτων και κοινωνικών φαινόμενων, τα οποία επιδρούν θετικά ή ανασταλτικά στην ανθρώπινη ζωή και σκέψη, με σκοπό τον καθορισμό στόχων και δημιουργία κοινωνικών κύκλων από το άτομο.
Σχετίζεται δε η Γνώση με την ιδέα, το είδωλο, δηλαδή, που κατοικοεδρεύει στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και που απεικονίζει εντός του τον εξωτερικό κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεται καθένας κάθε στιγμή. Γι’ αυτό, υπάρχουν πολλές ιδέες ακόμη και στον ίδιο άνθρωπο, αφού κάθε στιγμή αναπαρίσταται εντός του διαφορετικά από τις προγενέστερες και τις κατοπινές. Η ιδέα, ταυτόχρονα, είναι, πέρα από μιαν απλή απεικόνιση, και η διατύπωση μιας κρίσης , ο σχηματισμός μιας γνώμης, που καταλήγει σε γνώση, για το συγκεκριμένο αντικείμενο ή μιαν τυχαία κατάσταση του έξω κόσμου.
Ο αγώνας για τη Γνώση, τη με μεγάλη προσοχή μεταφερόμενη από την ψυχή στο νου ιδέα του ανθρώπου και κατανόηση για όσα τον περιβάλλουν καθημερινά, έχει μονάχα κοινή αφετηρία: την ώρα που γεννιέται ο κάθε θνητός και προικίζεται απ’ τους Θεούς τη δύναμη, την υπομονή και την επιμονή, την καρτερία, για να μη λιγοψυχήσει στον αγώνα τούτο και παρασυρθεί από τους κάθε λογής «πειρασμούς» και τα σωματικά πάθη. Δεν έχει, όμως, κοινό τερματισμό• τα μονοπάτια για την αντικειμενική Γνώση, την κοινή για όλους τους ανθρώπους, δεν είναι για όλους, την ίδια στιγμή, ευπρόσιτα και βατά. Οι άνθρωποι αρχίζουνε να τα βαδίζουνε, όταν γνωρίζουνε, στη διάρκεια της ζωής τους, τα προβλήματα και αναζητούν, χωρίς υποκρισία και δόλο μα με φιλανθρωπία κι αγάπη, τρόπους να τα λύσουνε• όχι για να ευφράνουνε το σώμα και να ικανοποιήσουνε τις ανάγκες του μονάχα, αλλά, κυρίως, για να ξεκουράσουνε την ψυχή, στην οποία αποθηκεύουνται και όλες οι κατακτημένες, ενόσω ζει ο άνθρωπος, επιμέρους πληροφορίες για όσα ήταν αυτήκοος ή αυτόπτης μάρτυς ή του είπαν άλλοι.
Επιπλέον, με τη Γνώση ο άνθρωπος παύει να ζει κλίνοντας προς μιαν κατεύθυνση ξεχωριστή από τους άλλους, στων οποίων τους κανόνες και τις θέσεις για αρμονική συμβίωση και δημιουργία κύκλων σε μιαν ανθρώπινη κοινωνία αρνείται να υποταχτεί• αντίθετα, αναπτύσσει την ικανότητα να μαντεύει τη σκέψη των συνανθρώπων του και να τους βοηθά να την πραγματώσουν για το κοινό καλό.
Όσοι κίνδυνοι ελλοχεύουνε οσάκις απ’ το μερικό πηγαίνεις, εκούσια, στο γενικό, χωρίς προηγουμένως να ερευνάς και να ερμηνεύεις, με κόπο και μόχτο, τις πραγματικές και βαθύτερες αιτίες του, άλλοι τόσοι ενυπάρχουνε ίσως και δυσαπότρεπτοι, εάν από το γενικό, πάλι με τη θέλησή σου, κρίνεις και το μερικό, δίχως, όμως, να ξέρεις, εκ των προτέρων, την αληθινή και ιδιαίτερη φύση και τα ξεχωριστά γνωρίσματά του. Επιπλέον, κρύβεται κίνδυνος για τους ανθρώπους, οσάκις, ακούσια, ωθούνται από τους κοινωνικοπολιτικά κρατούντες να μην αναζητούνε την αληθινή Γνώση, αλλά να διάγουνε, παρά τη θέλησή τους, τη ζωή τους σε ανυπέρβλητο «πνευματικό σκοτάδι» και βασιζόμενοι, επηρεασμένοι από την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα», σε αυθαίρετες γενικεύσεις ή ειδικεύσεις.
Η άγνοια, είτε εκούσια – είτε ακούσια, είναι αρκετά ζημιογόνα για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Συνήθως, όπως λένε κάποιοι, το δίδυμο Γνώση – Άγνοια μοιάζει, ως προς τη σπουδαιότητα για την ανθρώπινη καθημερινή ζωή, με το ζευγάρι Μοιροκρατία – Χειροκρατία• στη μεν Μοιροκρατία, τα πάντα της ανθρώπινης επίγειας ζωής, τα οποία δεν είναι ανάγκη να ξέρουν όλοι οι άνθρωποι αλλά αρκούν τα επί γης φερέφωνα των θεών, είναι προκαθορισμένα από το προδιαγεγραμμένα θεία χειρί πεπρωμένο, ενώ στη Χειροκρατία, όπου έχουν μερίδιο γνώσης και συμμετοχής όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, ο άνθρωπος μπορεί, βασισμένος στις δυνάμεις των χεριών του, να χαράξει την ανοδική ή καθοδική πορεία του στη ζωή. Η πλάστιγγα ανάμεσα στη Μοιροκρατία και τη Χειροκρατία, ανάλογα με το πού γέρνει, συντελεί και στο εάν οι κοινωνίες γίνουνται εκούσια υποχείρια ή όχι των επιτήδειων (θεόληπτων, θεοκάπηλων, χρηματολατρών, αρχομανών κ.α.) και των θεσιθήρων κρατούντων.
Ας δεχτούμε ότι κάποια – ποτέ, όμως, το σύνολό τους – από τα σωματικά χαρακτηριστικά κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και οι γονείς διδάσκουνε την ηθική και το τι είναι ψυχωφελές και ωφέλιμο στα παιδιά τους• οι πνευματικές ιδιότητες και η ιδεολογία, άραγε, κληρονομούνται ή επηρεάζουνται από το φυσικό και το ανθρώπινο – πλην οικογενείας – περιβάλλον, που ζούμε;
Πόσο εύκολο, τελικά, είναι ο άνθρωπος να φτάσει, μ’ όλα αυτά ως εφόδια, στις γνώσεις για τα καθημερινά του ζητήματα και τη Γνώση για τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Ζωής; Τούτο εξαρτιέται αποκλειστικά απ’ τον ίδιο και κανέναν άλλο…
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Ροής της Ανθρώπινης Ζωής
Στη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, τα μέλη μιας κοινωνίας γίνονται, εκούσια ή ακούσια, δέκτες και πομποί πολλών μηνυμάτων καθημερινά. Εξαιτίας ορισμένων απ’ τα μηνύματα αυτά, έρχουνται και σ’ επαφές (: τριβές) με μέλη διαφορετικών κοινωνιών της ίδιας εποχής.
Η νοητή, λοιπόν, γραμμή, η οποία, στο πέρασμα των χρόνων, μεταδίδει για μέλη της ίδιας κοινωνίας ή διαφορετικών κοινωνιών τον ίδιο τρόπο ερμηνείας των μηνυμάτων, συσχέτισης των δεδομένων μιας κοινωνίας ή αντιμετώπισης των εξωγενών δυνάμεων, καλείται ροή.
Καθετί στην καθημερινή ζωή ρέει, δεν μένει ποτέ στάσιμο, ούτε φαινομενικά, ούτε στην πραγματικότητα. Έχει δε και κορυφή και βάθος, η μελέτη η ενδελεχής των οποίων μας βοηθά να φτάσουμε στη Γνώση και στην εξεύρεση λύσεων για όσα μας απασχολούν στη ζωή.
Κορυφή και βάθος, δηλαδή, είναι τα δύο άκρα κάθε σώματος και κατάστασης, που μπορούμε να δούμε, να ακούσουμε, να πιάσουμε ή όχι. Βυθός είναι είτε η αρχή του αγώνα επιβίωσης και σταδιοδρομίας, είτε το κατρακύλισμα από μιαν υψηλότερη σε μιαν προγενέστερη στη διάρκεια της ανοδικής πορείας. Από το βυθό προς την κορυφή η πορεία είναι ανοδική και απαιτεί υπομονή, γιατί καταχτιέται βαθμιαία κι όχι μεμιάς. Διαφέρουν, βεβαίως, από άνθρωπο σε άνθρωπο και από κοινωνία σε κοινωνία, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την καταγωγή, την περιοχή, την παιδεία, την εργασία. Ενίοτε, παρεκτραπείς από εξωτερικές επιδράσεις, ο άνθρωπος δεν φτάνει ποτέ στην κορυφή ή φτάνει με πολύ κόπο κι αργοπορημένος.
Κατά τη διάρκεια της ροής της ανθρώπινης ζωής, πολλές φορές στεκόμαστε σε μεμονωμένα περιστατικά ή δεδομένα, τα οποία διακρίνουμε απ’ τα άλλα, κρίνουμε και προκρίνουμε ως σύμβολα. Όταν, όμως, αντιμετωπίζουμε τα διαφορετικά και ανομοιογενή ερεθίσματα της ζωής μας ως μιαν ολότητα, τότε ομιλούμε για συνολική θεώρησή της• συνήθως, τα «άγκιστρα», που χρησιμοποιούμε για να συμπεριλάβουμε τα στοιχεία αυτά (περιστατικά, ερεθίσματα, εντυπώσεις, δεδομένα, σύμβολα, μοντέλα), είναι ο βυθός, το εναρκτήριο σημείο, κι η κορυφή, η επιθυμητή κατάληξη, κοινωνικοεπαγγελματική καταξίωση και προκοπή.
Συχνά, συμβαίνει, επηρεασμένη από εξωγενείς παράγοντες, η ζωή του ανθρώπου, στη συνολική της θεώρηση, να μην έχει καταγεγραμμένα προσωπικά βιώματα, περιστατικά ή ερεθίσματα• τότε, λέγεται «κενή». «Μονοστοιχειακή ή μονήρης» καλείται η ζωή εκείνου του ανθρώπου, που ζει εκούσια μονάχος του, δίχως επαφές με τους άλλους και συνεπώς, δεν έχει εξωτερικές επιρροές για μεταβολές της κοινωνικής του λειτουργίας ή της πορείας του προς την κορυφή• αντιδιαστέλλεται δε προς τον «αποκλεισμό» ή περιθωριοποίηση, την επιβαλλόμενη από μιαν κοινωνία ή τάξη σ’ ένα πρώην μέλος τους στέρηση δυνατότητας συμμετοχής στα κοινά και απομόνωση.
Ο άνθρωπος, όσες φορές δεν είναι μονήρης ή περιθωριοποιημένος, απολαμβάνει τα προνόμια της κοινωνικής ζωής και έχει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, που εκπορεύουνται από τη συμμετοχή του στα της κοινωνίας ή τάξης, όπου ανήκει. Ταυτόχρονα, δημιουργεί κύκλους γύρωθέ του. Κύκλος ενός ανθρώπου είναι όλοι οι άνθρωποι, με τους οποίους επέλεξε να συναναστρέφεται καθημερινά και ενώνουνται μεταξύ τους με δεσμούς ισότητας, φιλίας, αγάπης, εμπιστοσύνης, κατανόησης, αλήθειας, αλληλεγγύης και συνεργασίας. Ένας άνθρωπος μπορεί να ανήκει σε περισσότερους του ενός κύκλους, αλλά είναι, όμως, το κέντρο, απ’ όπου οι άλλοι, τους οποίους αυτός επέλεξε, ισαπέχουν, μονάχα για έναν κύκλο.
Όταν γίνεται αναφορά σε επιλογή, εννοείται το ξεδιάλεγμα και η συντήρηση με τον καλύτερο τρόπο, ακόμη και με προσωπικές θυσίες, από τον άνθρωπο εκείνων των ιδεών ή των γνωρισμάτων του χαραχτήρα του ή των συναναστροφών του ακόμη, που ταιριάζουνε στη ζωή και (θα) την κάνουν λιγότερο ανώδυνη.
Κανονικά, από σεβασμό στους συνανθρώπους – συναγωνιστές, αλλά όχι απαραιτήτως και φίλους ή αγαπημένους του, η πορεία κάθε ανθρώπου προς την κορυφή (έπρεπε να) είναι – παρά τα διάφορα επίπεδα και τις δυσκολίες, που καλείται να υπερφαλαγγίσει – ευθεία, αταλάντευτη. Όταν, όμως, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του, κοιτάζει να παρακάμψει τους άλλους ή να τους συντρίψει, δεν ακολουθεί την ίδια μ’ αυτούς ευθεία και παρεκκλίνει, τότε μιλάμε για τεθλασμένη πορεία, που φτάνει μεν ταχύτερα στην κορυφή, πλην δολίως• καθώς δε ο δόλιος είναι αστήριχτος και δεν έχει δηλαδή δεδομένα, σύμβολα και μοντέλα γερά δομημένα ως θεμέλια, μοιάζει με ετοιμόρροπο γίγαντα με γυάλινα ποδάρια.
Όταν οι άνθρωποι προτιμούν να δρουν διά της τεθλασμένης οδού και να δραστηριοποιούνται, άδικα και άτιμα, στα σκοτάδια, κρυφά από τους συνανθρώπους τους, προσβάλλονται από «νυκταλωπία»• μ’ άλλα λόγια, αποφεύγουν το ηλιακό διαυγές κοινό για όλους άπλετο ημερήσιο φως και προτιμούν τη νύχτα, για να «πιάσουν στον ύπνο» τους έντιμους και τους δίκαιους.
Τα διάφορα επίπεδα, τα οποία έχουν, κατά τη διάρκεια της ροής τους, οι ζωές των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, είναι: (α) είτε κοινός βυθός και κοινή κορυφή, τότε λέμε ότι οι ζωές ταυτίζονται• (β) ένα κοινό τυχαίο σημείο κατά την (ανοδική ή καθοδική) πορεία τους, το λεγόμενο «σημείο επαφής»• (γ) κανένα κοινό σημείο, κινούνται παράλληλα, προς την ίδια ή αντίθετη κατεύθυνση, είναι συνεπώς τελείως ανεξάρτητες και διαφορετικές μεταξύ τους.
Εάν δεχτούμε κάθε ανθρώπινη ζωή ως σύνολο ερεθισμάτων και βιωμάτων, αλλά και δεδομένων και συμβόλων και μοντέλων, με τη συμβίωση δύο ανθρώπων και το γάμο τους έχουμε την ένωση του συνόλου της ζωής του ενός με τη ζωή του άλλου. Με τη δύναμη να μπορεί να διατηρεί το αυτεξούσιό του ο καθένας, στο γάμο και στη συμβίωση προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα νέο σύνολο, το οποίο θα απαρτίζεται από κάποια στοιχεία από τον ένα και κάποια από τον άλλο• και το εφεξής σύνολο θα ανήκει εξίσου και στους δύο, ανεξάρτητα από το σύνολο στοιχείων το καθαρά προσωπικό του καθενός, που διατηρείται ακέραιο, στην περίπτωση που η σχέση είναι ισότιμη και υγιής και όχι υποτέλειας.
Όταν βρίσκουνται οι διαφορετικές πορείες των ανθρώπων στο ίδιο επίπεδο, επικοινωνούν μέσω ενός περάσματος, που, ας το αποκαλέσουμε κάπως αυθαίρετα, «διάδρομο». Ο «Διάδρομος», κατά την ανοδική πορεία, έχει τρία σκαλοπάτια, τα οποία πρέπει ν’ ακολουθούνται με θρησκευτική ευλάβεια, αλλιώς ο άνθρωπος πέφτει στις διαρκώς ελλοχεύουσες «ενέδρες» και, αντί να προοδεύει, πισωγυρίζει : Ι) Αναγνωριστικό, τα πρώτα δειλά βήματα από το βυθό, ΙΙ) Τολμηρό Έθος, από συνήθεια πια στα «ρηχά» αποτολμά να προχωρήσει σε «βαθύτερα» και ΙΙΙ) Αξίωση, βρίσκεται πια στην τελική ευθεία για την κορυφή. Για την καθοδική, όμως, πορεία υπάρχουν τρία, επίσης, «σκαλιά»: Ι) Προαναγγελία, όταν κάτι δεν πάει καλά, αρχίζουν οι πρώτοι «τριγμοί» στην κορυφή, ΙΙ) Προσγείωση, κατά την οποία η «κατρακύλα» βαθμιαία επιταχύνεται και ΙΙΙ) Γείωση, η ανώμαλη οδυνηρότατη επιστροφή στο βυθό.
Η νοητή, λοιπόν, γραμμή, η οποία, στο πέρασμα των χρόνων, μεταδίδει για μέλη της ίδιας κοινωνίας ή διαφορετικών κοινωνιών τον ίδιο τρόπο ερμηνείας των μηνυμάτων, συσχέτισης των δεδομένων μιας κοινωνίας ή αντιμετώπισης των εξωγενών δυνάμεων, καλείται ροή.
Καθετί στην καθημερινή ζωή ρέει, δεν μένει ποτέ στάσιμο, ούτε φαινομενικά, ούτε στην πραγματικότητα. Έχει δε και κορυφή και βάθος, η μελέτη η ενδελεχής των οποίων μας βοηθά να φτάσουμε στη Γνώση και στην εξεύρεση λύσεων για όσα μας απασχολούν στη ζωή.
Κορυφή και βάθος, δηλαδή, είναι τα δύο άκρα κάθε σώματος και κατάστασης, που μπορούμε να δούμε, να ακούσουμε, να πιάσουμε ή όχι. Βυθός είναι είτε η αρχή του αγώνα επιβίωσης και σταδιοδρομίας, είτε το κατρακύλισμα από μιαν υψηλότερη σε μιαν προγενέστερη στη διάρκεια της ανοδικής πορείας. Από το βυθό προς την κορυφή η πορεία είναι ανοδική και απαιτεί υπομονή, γιατί καταχτιέται βαθμιαία κι όχι μεμιάς. Διαφέρουν, βεβαίως, από άνθρωπο σε άνθρωπο και από κοινωνία σε κοινωνία, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την καταγωγή, την περιοχή, την παιδεία, την εργασία. Ενίοτε, παρεκτραπείς από εξωτερικές επιδράσεις, ο άνθρωπος δεν φτάνει ποτέ στην κορυφή ή φτάνει με πολύ κόπο κι αργοπορημένος.
Κατά τη διάρκεια της ροής της ανθρώπινης ζωής, πολλές φορές στεκόμαστε σε μεμονωμένα περιστατικά ή δεδομένα, τα οποία διακρίνουμε απ’ τα άλλα, κρίνουμε και προκρίνουμε ως σύμβολα. Όταν, όμως, αντιμετωπίζουμε τα διαφορετικά και ανομοιογενή ερεθίσματα της ζωής μας ως μιαν ολότητα, τότε ομιλούμε για συνολική θεώρησή της• συνήθως, τα «άγκιστρα», που χρησιμοποιούμε για να συμπεριλάβουμε τα στοιχεία αυτά (περιστατικά, ερεθίσματα, εντυπώσεις, δεδομένα, σύμβολα, μοντέλα), είναι ο βυθός, το εναρκτήριο σημείο, κι η κορυφή, η επιθυμητή κατάληξη, κοινωνικοεπαγγελματική καταξίωση και προκοπή.
Συχνά, συμβαίνει, επηρεασμένη από εξωγενείς παράγοντες, η ζωή του ανθρώπου, στη συνολική της θεώρηση, να μην έχει καταγεγραμμένα προσωπικά βιώματα, περιστατικά ή ερεθίσματα• τότε, λέγεται «κενή». «Μονοστοιχειακή ή μονήρης» καλείται η ζωή εκείνου του ανθρώπου, που ζει εκούσια μονάχος του, δίχως επαφές με τους άλλους και συνεπώς, δεν έχει εξωτερικές επιρροές για μεταβολές της κοινωνικής του λειτουργίας ή της πορείας του προς την κορυφή• αντιδιαστέλλεται δε προς τον «αποκλεισμό» ή περιθωριοποίηση, την επιβαλλόμενη από μιαν κοινωνία ή τάξη σ’ ένα πρώην μέλος τους στέρηση δυνατότητας συμμετοχής στα κοινά και απομόνωση.
Ο άνθρωπος, όσες φορές δεν είναι μονήρης ή περιθωριοποιημένος, απολαμβάνει τα προνόμια της κοινωνικής ζωής και έχει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, που εκπορεύουνται από τη συμμετοχή του στα της κοινωνίας ή τάξης, όπου ανήκει. Ταυτόχρονα, δημιουργεί κύκλους γύρωθέ του. Κύκλος ενός ανθρώπου είναι όλοι οι άνθρωποι, με τους οποίους επέλεξε να συναναστρέφεται καθημερινά και ενώνουνται μεταξύ τους με δεσμούς ισότητας, φιλίας, αγάπης, εμπιστοσύνης, κατανόησης, αλήθειας, αλληλεγγύης και συνεργασίας. Ένας άνθρωπος μπορεί να ανήκει σε περισσότερους του ενός κύκλους, αλλά είναι, όμως, το κέντρο, απ’ όπου οι άλλοι, τους οποίους αυτός επέλεξε, ισαπέχουν, μονάχα για έναν κύκλο.
Όταν γίνεται αναφορά σε επιλογή, εννοείται το ξεδιάλεγμα και η συντήρηση με τον καλύτερο τρόπο, ακόμη και με προσωπικές θυσίες, από τον άνθρωπο εκείνων των ιδεών ή των γνωρισμάτων του χαραχτήρα του ή των συναναστροφών του ακόμη, που ταιριάζουνε στη ζωή και (θα) την κάνουν λιγότερο ανώδυνη.
Κανονικά, από σεβασμό στους συνανθρώπους – συναγωνιστές, αλλά όχι απαραιτήτως και φίλους ή αγαπημένους του, η πορεία κάθε ανθρώπου προς την κορυφή (έπρεπε να) είναι – παρά τα διάφορα επίπεδα και τις δυσκολίες, που καλείται να υπερφαλαγγίσει – ευθεία, αταλάντευτη. Όταν, όμως, προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς του, κοιτάζει να παρακάμψει τους άλλους ή να τους συντρίψει, δεν ακολουθεί την ίδια μ’ αυτούς ευθεία και παρεκκλίνει, τότε μιλάμε για τεθλασμένη πορεία, που φτάνει μεν ταχύτερα στην κορυφή, πλην δολίως• καθώς δε ο δόλιος είναι αστήριχτος και δεν έχει δηλαδή δεδομένα, σύμβολα και μοντέλα γερά δομημένα ως θεμέλια, μοιάζει με ετοιμόρροπο γίγαντα με γυάλινα ποδάρια.
Όταν οι άνθρωποι προτιμούν να δρουν διά της τεθλασμένης οδού και να δραστηριοποιούνται, άδικα και άτιμα, στα σκοτάδια, κρυφά από τους συνανθρώπους τους, προσβάλλονται από «νυκταλωπία»• μ’ άλλα λόγια, αποφεύγουν το ηλιακό διαυγές κοινό για όλους άπλετο ημερήσιο φως και προτιμούν τη νύχτα, για να «πιάσουν στον ύπνο» τους έντιμους και τους δίκαιους.
Τα διάφορα επίπεδα, τα οποία έχουν, κατά τη διάρκεια της ροής τους, οι ζωές των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, είναι: (α) είτε κοινός βυθός και κοινή κορυφή, τότε λέμε ότι οι ζωές ταυτίζονται• (β) ένα κοινό τυχαίο σημείο κατά την (ανοδική ή καθοδική) πορεία τους, το λεγόμενο «σημείο επαφής»• (γ) κανένα κοινό σημείο, κινούνται παράλληλα, προς την ίδια ή αντίθετη κατεύθυνση, είναι συνεπώς τελείως ανεξάρτητες και διαφορετικές μεταξύ τους.
Εάν δεχτούμε κάθε ανθρώπινη ζωή ως σύνολο ερεθισμάτων και βιωμάτων, αλλά και δεδομένων και συμβόλων και μοντέλων, με τη συμβίωση δύο ανθρώπων και το γάμο τους έχουμε την ένωση του συνόλου της ζωής του ενός με τη ζωή του άλλου. Με τη δύναμη να μπορεί να διατηρεί το αυτεξούσιό του ο καθένας, στο γάμο και στη συμβίωση προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα νέο σύνολο, το οποίο θα απαρτίζεται από κάποια στοιχεία από τον ένα και κάποια από τον άλλο• και το εφεξής σύνολο θα ανήκει εξίσου και στους δύο, ανεξάρτητα από το σύνολο στοιχείων το καθαρά προσωπικό του καθενός, που διατηρείται ακέραιο, στην περίπτωση που η σχέση είναι ισότιμη και υγιής και όχι υποτέλειας.
Όταν βρίσκουνται οι διαφορετικές πορείες των ανθρώπων στο ίδιο επίπεδο, επικοινωνούν μέσω ενός περάσματος, που, ας το αποκαλέσουμε κάπως αυθαίρετα, «διάδρομο». Ο «Διάδρομος», κατά την ανοδική πορεία, έχει τρία σκαλοπάτια, τα οποία πρέπει ν’ ακολουθούνται με θρησκευτική ευλάβεια, αλλιώς ο άνθρωπος πέφτει στις διαρκώς ελλοχεύουσες «ενέδρες» και, αντί να προοδεύει, πισωγυρίζει : Ι) Αναγνωριστικό, τα πρώτα δειλά βήματα από το βυθό, ΙΙ) Τολμηρό Έθος, από συνήθεια πια στα «ρηχά» αποτολμά να προχωρήσει σε «βαθύτερα» και ΙΙΙ) Αξίωση, βρίσκεται πια στην τελική ευθεία για την κορυφή. Για την καθοδική, όμως, πορεία υπάρχουν τρία, επίσης, «σκαλιά»: Ι) Προαναγγελία, όταν κάτι δεν πάει καλά, αρχίζουν οι πρώτοι «τριγμοί» στην κορυφή, ΙΙ) Προσγείωση, κατά την οποία η «κατρακύλα» βαθμιαία επιταχύνεται και ΙΙΙ) Γείωση, η ανώμαλη οδυνηρότατη επιστροφή στο βυθό.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Συμβόλων, Μοντέλων και Συγκινήσεως
Η συστράτευση των επιμέρους Δυνάμεων όλων των πολιτών, η από κοινού αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων σε μιαν ανθρώπινη κοινωνία, με σκοπό την προσαρμογή και τις λιγότερες – ει δυνατόν – αποχωρήσεις καλείται «Συγκίνηση». Επηρεάζεται ως επί το πλείστον από τη συναισθηματική φόρτιση των μελών της κοινωνίας και χαραχτηρίζεται από διάθεση για κοινοκτημοσύνη και κοινό αγώνα, από συλλογικότητα και αυθορμητισμό.
Μοντέλο είναι ο υποδειγματικός πίνακας, που ενέχει θέση άγραφου νόμου για κάθε πτυχή (πνευματική, οικονομική, πολιτική, κοινωνικοηθική) της κοινωνίας κάθε εποχής και σηματοδοτεί τι θεωρούν τα συγκεκριμένα μέλη σωστό, δίκαιο, ηθικό, κοινωφελές, κοινωνικά αποδεχτό – κατακριτέο – απορριπτέο, επιβαλλόμενο κ.α..
Τα σύμβολα είναι ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής των μελών μιας κοινωνίας μιας εποχής, με τον οποίο καταγράφουνται τα μοντέλα, αλλά και τα μέσα, με τα οποία τα μοντέλα διαδίδονται και προσλαμβάνονται μέσα σε μιαν κοινωνία από τα μέλη της.
Τα σύμβολα και τα μοντέλα εμφανίζουνται με τη μορφή δεδομένων, τα οποία οφείλουν ν’ αναπαριστούν αυτούσια την έξωθεν εικόνα των πραγμάτων μιας κοινωνίας (θεσμοί, αρχές, αξίες, κανόνες και όροι συμβίωσης π.χ.) και να την φέρνουν κοντά στον ψυχοπνευματικό κόσμο του πολίτη, που θα τα αξιολογήσει τελικά.
Η ικανότητα πρόσληψης των συμβόλων, μέσω των οποίων τα μέλη μιας κοινωνίας οργανώνουν τα μοντέλα, συγκινούνται και εκτιμώντας τον κοινωνικό τους ρόλο περιορίζουν στο ελάχιστο να ‘ναι οι αντιδράσεις προς τους φορείς του Κράτους και της Δύναμης τυχαίες, απρογραμμάτιστες και συνεπώς καταδικασμένες σ’ αποχώρηση είναι η προσθετική ικανότητα των ανθρώπων – μελών μιας κοινωνίας· η αφαιρετική ικανότητα, με τη σειρά της, έγκειται στην ανικανότητα πρόσληψης των συμβόλων, η έλλειψη κοινωνικής συγκίνησης και εκτιμήσεως της κοινωνικοπολιτικής Δυνάμεως, που μπορεί να ‘χει το κάθε μέλος μιας κοινωνίας, κάτι που δυσκολεύει την προσαρμογή και ενισχύει την κατάχρηση της κρατικής δύναμης εις βάρος των πολιτών.
Η ανάλυση των δεδομένων αυτών διευκολύνει τη με διαδοχικές διακλαδώσεις κίνηση από κάτι το «όλον» (γενικό) σε πολλά επιμέρους (ειδικά), δίχως να καταλήγει, όμως, σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Στον αντίποδα, η σύνθεση εστιάζεται στη συγκέντρωση για επιμέρους ερωτήματα και η οποία μας δίδει το «όλον».
Πολύς λόγος γίνεται, καθημερινά, για συμπλήρωση, ολοκλήρωση, εμφάνιση και εξαφάνιση των δεδομένων μιας κοινωνίας, που μας δίδουν τα αντίστοιχα φαινόμενα για τα μοντέλα και τα σύμβολα. Συμπλήρωση έχουμε οσάκις το ένα δεδομένο καλύπτει κενά, που έχει σε ορισμένους τομείς λόγω αδυναμίας το άλλο, ή το προεκτείνει, ενώ ολοκλήρωση μιλάμε για τη σχέση των πλήρως απαντημένων και διασταυρουμένων και αλληλοσυμπληρουμένων δεδομένων.
Εμφάνιση είναι η παρουσία εντός (εν + φαίνομαι > εμφαίνομαι > εμφανίζομαι) μιας κοινωνίας ή μιας χρονικής περιόδου δεδομένων, συμβόλων, μοντέλων, που είτε αναλύονται – είτε συντίθενται. Εξαφάνιση, στον αντίποδα τούτου, είναι, επειδή, συνήθως, τίθενται σε αχρησία και στο περιθώριο, η απουσία (> αφανίζομαι) από μια κοινωνία ή μια χρονική περίοδο δεδομένων, μοντέλων και συμβόλων, που συνδέονται μεταξύ τους με οποιοδήποτε τρόπο.
Μοντέλο είναι ο υποδειγματικός πίνακας, που ενέχει θέση άγραφου νόμου για κάθε πτυχή (πνευματική, οικονομική, πολιτική, κοινωνικοηθική) της κοινωνίας κάθε εποχής και σηματοδοτεί τι θεωρούν τα συγκεκριμένα μέλη σωστό, δίκαιο, ηθικό, κοινωφελές, κοινωνικά αποδεχτό – κατακριτέο – απορριπτέο, επιβαλλόμενο κ.α..
Τα σύμβολα είναι ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής των μελών μιας κοινωνίας μιας εποχής, με τον οποίο καταγράφουνται τα μοντέλα, αλλά και τα μέσα, με τα οποία τα μοντέλα διαδίδονται και προσλαμβάνονται μέσα σε μιαν κοινωνία από τα μέλη της.
Τα σύμβολα και τα μοντέλα εμφανίζουνται με τη μορφή δεδομένων, τα οποία οφείλουν ν’ αναπαριστούν αυτούσια την έξωθεν εικόνα των πραγμάτων μιας κοινωνίας (θεσμοί, αρχές, αξίες, κανόνες και όροι συμβίωσης π.χ.) και να την φέρνουν κοντά στον ψυχοπνευματικό κόσμο του πολίτη, που θα τα αξιολογήσει τελικά.
Η ικανότητα πρόσληψης των συμβόλων, μέσω των οποίων τα μέλη μιας κοινωνίας οργανώνουν τα μοντέλα, συγκινούνται και εκτιμώντας τον κοινωνικό τους ρόλο περιορίζουν στο ελάχιστο να ‘ναι οι αντιδράσεις προς τους φορείς του Κράτους και της Δύναμης τυχαίες, απρογραμμάτιστες και συνεπώς καταδικασμένες σ’ αποχώρηση είναι η προσθετική ικανότητα των ανθρώπων – μελών μιας κοινωνίας· η αφαιρετική ικανότητα, με τη σειρά της, έγκειται στην ανικανότητα πρόσληψης των συμβόλων, η έλλειψη κοινωνικής συγκίνησης και εκτιμήσεως της κοινωνικοπολιτικής Δυνάμεως, που μπορεί να ‘χει το κάθε μέλος μιας κοινωνίας, κάτι που δυσκολεύει την προσαρμογή και ενισχύει την κατάχρηση της κρατικής δύναμης εις βάρος των πολιτών.
Η ανάλυση των δεδομένων αυτών διευκολύνει τη με διαδοχικές διακλαδώσεις κίνηση από κάτι το «όλον» (γενικό) σε πολλά επιμέρους (ειδικά), δίχως να καταλήγει, όμως, σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Στον αντίποδα, η σύνθεση εστιάζεται στη συγκέντρωση για επιμέρους ερωτήματα και η οποία μας δίδει το «όλον».
Πολύς λόγος γίνεται, καθημερινά, για συμπλήρωση, ολοκλήρωση, εμφάνιση και εξαφάνιση των δεδομένων μιας κοινωνίας, που μας δίδουν τα αντίστοιχα φαινόμενα για τα μοντέλα και τα σύμβολα. Συμπλήρωση έχουμε οσάκις το ένα δεδομένο καλύπτει κενά, που έχει σε ορισμένους τομείς λόγω αδυναμίας το άλλο, ή το προεκτείνει, ενώ ολοκλήρωση μιλάμε για τη σχέση των πλήρως απαντημένων και διασταυρουμένων και αλληλοσυμπληρουμένων δεδομένων.
Εμφάνιση είναι η παρουσία εντός (εν + φαίνομαι > εμφαίνομαι > εμφανίζομαι) μιας κοινωνίας ή μιας χρονικής περιόδου δεδομένων, συμβόλων, μοντέλων, που είτε αναλύονται – είτε συντίθενται. Εξαφάνιση, στον αντίποδα τούτου, είναι, επειδή, συνήθως, τίθενται σε αχρησία και στο περιθώριο, η απουσία (> αφανίζομαι) από μια κοινωνία ή μια χρονική περίοδο δεδομένων, μοντέλων και συμβόλων, που συνδέονται μεταξύ τους με οποιοδήποτε τρόπο.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Δύναμης, Κράτους και Συναφών με τη Λειτουργία τους Όρων
Ας εξετάσουμε, στο τωρινό σημείωμα, τους Όρους, που συσχετίζονται με τη Δύναμη και το Κράτος και τη Λειτουργία τους στα χωροχρονικά όρια μιας οργανωμένης ανθρώπινης κοινότητας, με σκοπό την ερμηνεία όσων περιβάλλουν τα μέλη της.
Πρώτ’ απ’ όλα, Δύναμη καλείται η από ψυχικά αποθέματα ή φυσικά χαρακτηριστικά ή οικονομικά δεδομένα αίσθηση υπεροχής σε κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον μιας δεδομένης εποχής.
Κράτος είναι ο μόνος φορέας της κοινωνικοπολιτικοοικονομικής Δυνάμεως σε μιαν περιχαρακωμένη γεωγραφικά και χρονικά κοινωνία κάθε εποχής, που ελέγχει το βαθμό προσαρμογής των νέων μελών, ωθεί τα ήδη υπάρχοντα μέλη σε υποχωρήσεις ή τα αδύναμα να προσαρμοστούν σε αποχωρήσεις.
Αποχώρηση είναι η – λόγω αδυναμίας προσαρμογής – εξαναγκασθείσα οριστική παραίτηση από τα δικαιώματα μέσα σε μιαν ανθρώπινη κοινωνία.
Υποχώρηση είναι η προσωρινή, για λόγους ταχτικής, παραίτηση από τα κοινωνικά δικαιώματα.
Προσαρμογή θεωρείται η βαθμιαία αντιμετώπιση των δυσκολιών κατά την ένταξη σε ένα διαφορετικό κοινωνικοοικονομικοπολιτικό περιβάλλον ή / και σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία.
Το Κράτος, με την πάροδο του Χρόνου, διανέμει μέρος της Δύναμης, αλλά ποτέ ολόκληρη, υπό μορφή δικαιωμάτων στα πιο δραστήρια, κοινωνικώς σκεπτόμενα μέλη, την οποία, όμως, ελέγχει καθημερινά με την αντίδρασή του στις επιμέρους Δυνάμεις των πολιτών.
Ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιμετωπίζουν το Κράτος και τους φορείς της Δυνάμεως και τανάπαλιν ονομάζεται Στάση. Μέσα στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας ή / και σε διαφορετικές εποχές συναντούμε διαφορετικές Στάσεις, άλλοτε προσκείμενες κι άλλοτε απομακρυσμένες. Προσκείμενες είναι όταν τα μέρη έρχονται σ’ επαφή· απομακρυσμένες έχουμε οσάκις απομακρύνουνται και αντιπαρατίθενται.
Επανάληψη έχουμε όταν σε διαφορετικά χρονικά εποχές της ίδιας κοινωνίας συναντούμε την ίδια στάση ως αντίδραση σε δράση, που γεννούν ίδια, διαιωνιζόμενα ή όμοια προβλήματα.
Ομοιότητα είναι η σε διαφορετικές κοινωνίες της ίδιας εποχής συναντούμενη ίδια στάση, η οποία οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο διαχείρισης των Κοινών από τα Κράτη ή σ’ ανόμοια διανομή των δικαιωμάτων στους πολίτες. Για Διαφορά γίνεται λόγος, οσάκις έχουμε σε διαφορετικές κοινωνίες συναντούμε διαφορετική στάση, η οποία εξαρτάται από το βαθμό των αποχωρήσεων, των υποχωρήσεων και των προσαρμογών των μελών των κοινωνιών αυτών, αλλά, κυρίως, από τους ελιγμούς ή το μέγεθος επιβολής της Κρατικής Δύναμης.
Δράση – Αντίδραση είναι οι αμφίδρομες σχέσεις μεταξύ στάσεων μέσα σε μιαν κοινωνία κάθε εποχής, οι οποίες κινούν και τα νήματα της κοινωνικής – πολιτικής – οικονομικής εξέλιξης, καθώς επηρεάζουν τα βήματα των μελών μιας κοινωνίας, που προσπαθούν να προσαρμοστούν ή συγκινούμενοι δραστηριοποιούνται, και κατευθύνουν τον τρόπο αντιμετώπισής τους από τους φορείς της Δύναμης και το Κράτος.
Πρώτ’ απ’ όλα, Δύναμη καλείται η από ψυχικά αποθέματα ή φυσικά χαρακτηριστικά ή οικονομικά δεδομένα αίσθηση υπεροχής σε κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον μιας δεδομένης εποχής.
Κράτος είναι ο μόνος φορέας της κοινωνικοπολιτικοοικονομικής Δυνάμεως σε μιαν περιχαρακωμένη γεωγραφικά και χρονικά κοινωνία κάθε εποχής, που ελέγχει το βαθμό προσαρμογής των νέων μελών, ωθεί τα ήδη υπάρχοντα μέλη σε υποχωρήσεις ή τα αδύναμα να προσαρμοστούν σε αποχωρήσεις.
Αποχώρηση είναι η – λόγω αδυναμίας προσαρμογής – εξαναγκασθείσα οριστική παραίτηση από τα δικαιώματα μέσα σε μιαν ανθρώπινη κοινωνία.
Υποχώρηση είναι η προσωρινή, για λόγους ταχτικής, παραίτηση από τα κοινωνικά δικαιώματα.
Προσαρμογή θεωρείται η βαθμιαία αντιμετώπιση των δυσκολιών κατά την ένταξη σε ένα διαφορετικό κοινωνικοοικονομικοπολιτικό περιβάλλον ή / και σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία.
Το Κράτος, με την πάροδο του Χρόνου, διανέμει μέρος της Δύναμης, αλλά ποτέ ολόκληρη, υπό μορφή δικαιωμάτων στα πιο δραστήρια, κοινωνικώς σκεπτόμενα μέλη, την οποία, όμως, ελέγχει καθημερινά με την αντίδρασή του στις επιμέρους Δυνάμεις των πολιτών.
Ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιμετωπίζουν το Κράτος και τους φορείς της Δυνάμεως και τανάπαλιν ονομάζεται Στάση. Μέσα στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας ή / και σε διαφορετικές εποχές συναντούμε διαφορετικές Στάσεις, άλλοτε προσκείμενες κι άλλοτε απομακρυσμένες. Προσκείμενες είναι όταν τα μέρη έρχονται σ’ επαφή· απομακρυσμένες έχουμε οσάκις απομακρύνουνται και αντιπαρατίθενται.
Επανάληψη έχουμε όταν σε διαφορετικά χρονικά εποχές της ίδιας κοινωνίας συναντούμε την ίδια στάση ως αντίδραση σε δράση, που γεννούν ίδια, διαιωνιζόμενα ή όμοια προβλήματα.
Ομοιότητα είναι η σε διαφορετικές κοινωνίες της ίδιας εποχής συναντούμενη ίδια στάση, η οποία οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο διαχείρισης των Κοινών από τα Κράτη ή σ’ ανόμοια διανομή των δικαιωμάτων στους πολίτες. Για Διαφορά γίνεται λόγος, οσάκις έχουμε σε διαφορετικές κοινωνίες συναντούμε διαφορετική στάση, η οποία εξαρτάται από το βαθμό των αποχωρήσεων, των υποχωρήσεων και των προσαρμογών των μελών των κοινωνιών αυτών, αλλά, κυρίως, από τους ελιγμούς ή το μέγεθος επιβολής της Κρατικής Δύναμης.
Δράση – Αντίδραση είναι οι αμφίδρομες σχέσεις μεταξύ στάσεων μέσα σε μιαν κοινωνία κάθε εποχής, οι οποίες κινούν και τα νήματα της κοινωνικής – πολιτικής – οικονομικής εξέλιξης, καθώς επηρεάζουν τα βήματα των μελών μιας κοινωνίας, που προσπαθούν να προσαρμοστούν ή συγκινούμενοι δραστηριοποιούνται, και κατευθύνουν τον τρόπο αντιμετώπισής τους από τους φορείς της Δύναμης και το Κράτος.
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Περί Ανθρώπων, Συνθηκών και Σχέσεων
Για την ύπαρξη αρχικά, και τη βαθμιαία ανάπτυξη μιας ανθρώπινης κοινωνίας και πολιτείας με νόμους και αξίες, πρωταρχική προϋπόθεση και βάση θεωρείται από πολλούς η παραγωγή των υλικών αγαθών, των μέσων που μας χρειάζουνται, για να ευκολύνει, να καλυτερέψει και να ομορφύνει η καθημερινή ζωή μας.
Έτσι, ασχολούμενοι με την εξεύρεση όσων μας βελτιώνουνε τη ζωή, συνάμα, ψάχνουμε και τους κανόνες των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτό συμβαίνει, εφόσον κατά τη διαδικασία παραγωγής, οι άνθρωποι – μέλη μιας κοινωνίας συνυπάρχουν και συνδέονται μεταξύ τους. Επιπλέον, η βελτίωση της προσωπικής ζωής φέρνει και καλυτέρεψη των συναναστροφών μας με τους άλλους, καθώς θέτει νέους κανόνες και όρους, ενώ κι η γύρωθε ομορφιά γιομίζει αισιοδοξία και τα μεμονωμένα άτομα.
Οι σχέσεις, που καλλιεργούνται αναμεταξύ των ανθρώπων της ίδιας κοινωνίας, δεν ήσαν, όμως, πάντοτε οι ίδιες και με τους ίδιους όρους. Ο σκοπός, βέβαια, δεν αλλάζει• απλώς, προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες και συγκυρίες.
Έτσι, πρώτα – πρώτα, στις πρωτόγονες κοινωνίες, οι άνθρωποι, χωρίς ταξικές διακρίσεις ή ιδιοτελή συμφέροντα να τους χωρίζουνε αλλά και χωρίς αυστηρή οικογενειακή οργάνωση να τους φέρνει κοντύτερα, προσπαθούσαν, ατομικιστικά, να εξασφαλίσουνε τα αναγκαία (τρόφιμα, στέγη), έχοντας ν’ αντιπαλέψουνε και τη φύση (καιρικά φαινόμενα, άγρια θηρία κ.α.). Κι ήταν όλοι μεταξύ τους ίσοι στον αγώνα αυτό, αφού ο κίνδυνος ή η «ευτυχής κατάληξη» μιας προσπάθειας «άγγιζε» όλη την ομάδα και όχι μεμονωμένα άτομα.
Έπειτα, με το χρόνο, η ελεύθερη εργασία με σκοπό την παραγωγή και εκμετάλλευση αγαθών προς το ζην θα δώσει τη θέση της στην καταναγκαστική δουλεία. Οι αιχμάλωτοι των πολέμων μεταξύ των ανθρώπων μετατρέπουνται σε δούλους, εφόσον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι νικητές στερούνε απ’ τους ηττημένους τη δυνατότητα να παράγουν, προς ίδιον όφελος και κέρδος, τα αγαθά της γης τους και να τα διαθέτουν στην αγορά. Η συγκέντρωση, λοιπόν, πλούτου στα χέρια λίγων έφερε και την εμφάνιση κοινωνικών τάξεων, οι οποίες συμμετείχανε στα κοινά κέντρα πολιτικών αποφάσεων ή αποκλείονταν απ’ τα δημόσια αξιώματα, με βάση την οικονομική δύναμη (βλ. «τιμοκρατία»).
Συνοδεύτηκε, επίσης, η συσσώρευση πλούτου από μετρημένα στα δάχτυλα μέλη μιας κοινωνίας και με την άσκηση «πιέσεων» προς τα όργανα μιας πολιτείας εις κοινωνικοπολιτικό όφελός τους, εκχώρηση, δηλαδή, προνομίων, αλλά και με «προγραφές» των πολιτικών τους αντιπάλων, δηλαδή όσων διεκδικούνε απ’ αυτούς τη νομή της πολιτικής εξουσίας ή μερίδιο στον πλούτο• εξάλλου, παρατηρείται στους εύπορους και η δυνατότητα πνευματικής καλλιέργειας, πρόσβασης, μ’ άλλα λόγια, δίχως οικονομική «στενότητα» να τους «επιβαρύνει», σε δασκάλους, εν αντιθέσει με τους άπορους, των οποίων η ένδεια και η πενία δεν επέτρεπαν τη μόρφωση, παρά τους υποχρέωναν σε καθημερινό μόχθο για το μεροφάι. Κι η διαφορά μόρφωσης, καλλιέργεια έναντι απαιδευσιάς, δεν άφηνε χωρίς επιρροές μήτε τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών ή των κοινωνιών, μήτε τον τρόπο παραγωγής των υλικών αγαθών.
Αργότερα, στα χρόνια της φεουδαρχίας, η βάση των κοινωνικών σχέσεων και προφανώς, των παραγωγικών ήταν η ιδιοχτησία του φεουδάρχη επί των μέσων παραγωγής κι όχι επάνω στους ανθρώπους, που δούλευαν γι’ αυτόν, τους δουλοπάροικους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οικονομικά εύρωστος φεουδάρχης «καρπώνεται» και τα υλικά αγαθά και λαβαίνει, ερήμην των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, τις καίριες κοινωνικοπολιτικές αποφάσεις, που σχετίζονται με τις ανθρώπινες συναναστροφές, στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Επίσης, η «βουλιμία» του φεουδάρχη ή η αρχομανία του στέκουνται, συχνότατα, αιτίες για πολέμους ή για «κατάσχεση» της έστω και ελάχιστης υλικής τους περιουσίας όσων, για ν’ αντιμετωπίσουνε τις καθημερινές δυσκολίες και λόγω της φτώχιας τους, έχουν καταχρεωθεί οικονομικά σ’ αυτόν και αδυνατούνε να ξεπληρώσουνε τα γιομάτα τόκους «δανεικά».
Με την ανάπτυξη – στους κατοπινούς αιώνες – του εμπορίου και το «ξεχείλισμα» της βιομηχανικής επανάστασης, οι όροι της κοινωνικής συνύπαρξης αλλάζουνε. Η τάξη των διαχειριστών του πλούτου και των κατόχων των μέσων παραγωγής, αλλά και όσοι στερούνται τα μέσα αυτά και, κατά συνέπεια, τα αγαθά κι αναγκάζουνται να εργάζουνται στην υπηρεσία των κεφαλαιοκρατών, άλλοτε έμμισθοι και άλλοτε ως δούλοι, συνιστούνε τις δύο βασικές παραμέτρους των παραγωγικών σχέσεων.
Στις μέρες μας, με την εξέλιξη σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής των ανθρώπων ως ατόμων και ως μελών μιας οργανωμένης κοινωνίας, όλων των ειδών οι ανθρώπινες σχέσεις, από τις προσωπικές έως τις επαγγελματικές, έχουνε μεταβληθεί. Οι ίσες για όλους σχεδόν τους πολίτες, ανεξαρτήτως οικονομικής δύναμης, ευκαιρίες για εκπαίδευση και παιδεία, η ισονομία, η ελευθερία διακίνησης ιδεών, μα και η επικοινωνία φέρνουν, σήμερα, πιο κοντά τους ανθρώπους, που δεν συμβιώνουν απλώς. Οι καταχτήσεις των πολυετών κοινωνικών αγώνων, όπως ο σεβασμός των ατομικών (πολιτικών και κοινωνικών) δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν αποξενώνουνε τα μέλη μιας κοινωνίας• δεν τους απομακρύνουνε απ’ το σύνολο. Τους βοηθούνε να συνεργάζουνται για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων• και εκεί, φαίνεται η προσωπικότητα, που θα μπορέσει, μέσα από το συναγωνισμό, να προσφέρει για το σύνολο, για το κοινό καλό κι όχι για το ατομικό συμφέρον …
Συνήθως, σήμερα, η αρμονική ανθρώπινη συνύπαρξη δεν «κρέμεται» από την κατανομή του πλούτου μόνον, αλλά – όπως αρκετοί πιστεύουν – ευνοείται κι από τον ελεύθερο, ανοιχτό, δημοκρατικό διάλογο, που ενθαρρύνεται, όπως ήδη εγράφη, κι από την παιδεία• αυτό παρατηρείται, καθώς λύνουνται αρκετά προβλήματα στο χώρο της εργασίας και ακούγουνται πολλές, συχνά, καινούριες ιδέες για βελτίωση των προϊόντων ή και του τρόπου παραγωγής τους και μοιρασιάς των «ωφελημάτων».
Έτσι, ασχολούμενοι με την εξεύρεση όσων μας βελτιώνουνε τη ζωή, συνάμα, ψάχνουμε και τους κανόνες των ανθρωπίνων σχέσεων. Αυτό συμβαίνει, εφόσον κατά τη διαδικασία παραγωγής, οι άνθρωποι – μέλη μιας κοινωνίας συνυπάρχουν και συνδέονται μεταξύ τους. Επιπλέον, η βελτίωση της προσωπικής ζωής φέρνει και καλυτέρεψη των συναναστροφών μας με τους άλλους, καθώς θέτει νέους κανόνες και όρους, ενώ κι η γύρωθε ομορφιά γιομίζει αισιοδοξία και τα μεμονωμένα άτομα.
Οι σχέσεις, που καλλιεργούνται αναμεταξύ των ανθρώπων της ίδιας κοινωνίας, δεν ήσαν, όμως, πάντοτε οι ίδιες και με τους ίδιους όρους. Ο σκοπός, βέβαια, δεν αλλάζει• απλώς, προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες και συγκυρίες.
Έτσι, πρώτα – πρώτα, στις πρωτόγονες κοινωνίες, οι άνθρωποι, χωρίς ταξικές διακρίσεις ή ιδιοτελή συμφέροντα να τους χωρίζουνε αλλά και χωρίς αυστηρή οικογενειακή οργάνωση να τους φέρνει κοντύτερα, προσπαθούσαν, ατομικιστικά, να εξασφαλίσουνε τα αναγκαία (τρόφιμα, στέγη), έχοντας ν’ αντιπαλέψουνε και τη φύση (καιρικά φαινόμενα, άγρια θηρία κ.α.). Κι ήταν όλοι μεταξύ τους ίσοι στον αγώνα αυτό, αφού ο κίνδυνος ή η «ευτυχής κατάληξη» μιας προσπάθειας «άγγιζε» όλη την ομάδα και όχι μεμονωμένα άτομα.
Έπειτα, με το χρόνο, η ελεύθερη εργασία με σκοπό την παραγωγή και εκμετάλλευση αγαθών προς το ζην θα δώσει τη θέση της στην καταναγκαστική δουλεία. Οι αιχμάλωτοι των πολέμων μεταξύ των ανθρώπων μετατρέπουνται σε δούλους, εφόσον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι νικητές στερούνε απ’ τους ηττημένους τη δυνατότητα να παράγουν, προς ίδιον όφελος και κέρδος, τα αγαθά της γης τους και να τα διαθέτουν στην αγορά. Η συγκέντρωση, λοιπόν, πλούτου στα χέρια λίγων έφερε και την εμφάνιση κοινωνικών τάξεων, οι οποίες συμμετείχανε στα κοινά κέντρα πολιτικών αποφάσεων ή αποκλείονταν απ’ τα δημόσια αξιώματα, με βάση την οικονομική δύναμη (βλ. «τιμοκρατία»).
Συνοδεύτηκε, επίσης, η συσσώρευση πλούτου από μετρημένα στα δάχτυλα μέλη μιας κοινωνίας και με την άσκηση «πιέσεων» προς τα όργανα μιας πολιτείας εις κοινωνικοπολιτικό όφελός τους, εκχώρηση, δηλαδή, προνομίων, αλλά και με «προγραφές» των πολιτικών τους αντιπάλων, δηλαδή όσων διεκδικούνε απ’ αυτούς τη νομή της πολιτικής εξουσίας ή μερίδιο στον πλούτο• εξάλλου, παρατηρείται στους εύπορους και η δυνατότητα πνευματικής καλλιέργειας, πρόσβασης, μ’ άλλα λόγια, δίχως οικονομική «στενότητα» να τους «επιβαρύνει», σε δασκάλους, εν αντιθέσει με τους άπορους, των οποίων η ένδεια και η πενία δεν επέτρεπαν τη μόρφωση, παρά τους υποχρέωναν σε καθημερινό μόχθο για το μεροφάι. Κι η διαφορά μόρφωσης, καλλιέργεια έναντι απαιδευσιάς, δεν άφηνε χωρίς επιρροές μήτε τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών ή των κοινωνιών, μήτε τον τρόπο παραγωγής των υλικών αγαθών.
Αργότερα, στα χρόνια της φεουδαρχίας, η βάση των κοινωνικών σχέσεων και προφανώς, των παραγωγικών ήταν η ιδιοχτησία του φεουδάρχη επί των μέσων παραγωγής κι όχι επάνω στους ανθρώπους, που δούλευαν γι’ αυτόν, τους δουλοπάροικους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οικονομικά εύρωστος φεουδάρχης «καρπώνεται» και τα υλικά αγαθά και λαβαίνει, ερήμην των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, τις καίριες κοινωνικοπολιτικές αποφάσεις, που σχετίζονται με τις ανθρώπινες συναναστροφές, στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Επίσης, η «βουλιμία» του φεουδάρχη ή η αρχομανία του στέκουνται, συχνότατα, αιτίες για πολέμους ή για «κατάσχεση» της έστω και ελάχιστης υλικής τους περιουσίας όσων, για ν’ αντιμετωπίσουνε τις καθημερινές δυσκολίες και λόγω της φτώχιας τους, έχουν καταχρεωθεί οικονομικά σ’ αυτόν και αδυνατούνε να ξεπληρώσουνε τα γιομάτα τόκους «δανεικά».
Με την ανάπτυξη – στους κατοπινούς αιώνες – του εμπορίου και το «ξεχείλισμα» της βιομηχανικής επανάστασης, οι όροι της κοινωνικής συνύπαρξης αλλάζουνε. Η τάξη των διαχειριστών του πλούτου και των κατόχων των μέσων παραγωγής, αλλά και όσοι στερούνται τα μέσα αυτά και, κατά συνέπεια, τα αγαθά κι αναγκάζουνται να εργάζουνται στην υπηρεσία των κεφαλαιοκρατών, άλλοτε έμμισθοι και άλλοτε ως δούλοι, συνιστούνε τις δύο βασικές παραμέτρους των παραγωγικών σχέσεων.
Στις μέρες μας, με την εξέλιξη σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής των ανθρώπων ως ατόμων και ως μελών μιας οργανωμένης κοινωνίας, όλων των ειδών οι ανθρώπινες σχέσεις, από τις προσωπικές έως τις επαγγελματικές, έχουνε μεταβληθεί. Οι ίσες για όλους σχεδόν τους πολίτες, ανεξαρτήτως οικονομικής δύναμης, ευκαιρίες για εκπαίδευση και παιδεία, η ισονομία, η ελευθερία διακίνησης ιδεών, μα και η επικοινωνία φέρνουν, σήμερα, πιο κοντά τους ανθρώπους, που δεν συμβιώνουν απλώς. Οι καταχτήσεις των πολυετών κοινωνικών αγώνων, όπως ο σεβασμός των ατομικών (πολιτικών και κοινωνικών) δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δεν αποξενώνουνε τα μέλη μιας κοινωνίας• δεν τους απομακρύνουνε απ’ το σύνολο. Τους βοηθούνε να συνεργάζουνται για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων• και εκεί, φαίνεται η προσωπικότητα, που θα μπορέσει, μέσα από το συναγωνισμό, να προσφέρει για το σύνολο, για το κοινό καλό κι όχι για το ατομικό συμφέρον …
Συνήθως, σήμερα, η αρμονική ανθρώπινη συνύπαρξη δεν «κρέμεται» από την κατανομή του πλούτου μόνον, αλλά – όπως αρκετοί πιστεύουν – ευνοείται κι από τον ελεύθερο, ανοιχτό, δημοκρατικό διάλογο, που ενθαρρύνεται, όπως ήδη εγράφη, κι από την παιδεία• αυτό παρατηρείται, καθώς λύνουνται αρκετά προβλήματα στο χώρο της εργασίας και ακούγουνται πολλές, συχνά, καινούριες ιδέες για βελτίωση των προϊόντων ή και του τρόπου παραγωγής τους και μοιρασιάς των «ωφελημάτων».
Ετικέτες
ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ - ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)