Πολλοί μελετητές έχουν ήδη εκφράσει την άποψη ότι η ψυχαναλυτική σκέψη του Φρόιντ και της Μέλανι Κλάϊν βασίστηκαν στην Ιουδαϊκή – Χριστιανική παράδοση για την ανάπτυξη της ψυχολογικής τους θεωρίας. Αναλυτικά τα σημεία σύγκλισης είναι τα ακόλουθα:
1. Η ψυχαναλυτική σκέψη διαδόθηκε αρχικά μέσα από την Ψυχαναλυτική Αδελφότητα και τις Εταιρίες κάτι ανάλογο με τις οργανώσεις των πρώτων χριστιανών.
- Σύμφωνα με τα λόγια του Έριχ Φρομ «...το ψυχαναλυτικό κίνημα, το οποίο ο Φρόιντ το 1910 πριν το ονομάσει έτσι ήθελε να το εντάξει σε μια «Διεθνή Αδελφότητα για την Ηθική και την Κουλτούρα» που ιδρύθηκε από ένα φαρμακοποιό τον Κναπ και που είχε πρόεδρό της τον Φορέλ. Μια Αδελφότητα που μάχεται ενάντια στην εξουσία του κράτους και της Εκκλησίας. Όμως σύντομα αυτή η αδελφότητα παραχώρησε την θέση της στην Διεθνή αδελφότητα για την ψυχανάλυση που ονομάστηκε «Διεθνής ψυχαναλυτικός Σύλλογος» και «...υπάρχει καμιά άλλη περίπτωση θεραπείας ή επιστημονικής θεωρίας που να μεταμορφώθηκε σε κίνημα, διευθυνόμενο κεντρικά από μυστική επιτροπή, που προβαίνει σε εκκαθαρίσεις των μελών της που παρεκκλίνουν, με τοπικές οργανώσεις σε μια διεθνή υπερ - οργάνωση;
- Ως γνωστόν ο Φρόιντ αποθάρρυνε τους μαθητές του από το να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο από το δικό του. Έτσι, ορισμένοι από τους κορυφαίους του μαθητές (Γιουγκ, Άντλερ, Ράιχ, Πέρλς), προκειμένου να παρουσιάσουν τις διαφορετικές τους θέσεις ίδρυσαν δικές του Ψυχαναλυτικές Σχολές.
2. Βασική πεποίθηση της Ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης και της ψυχαναλυτικής θεραπείας ότι ο Άνθρωπος εξελίσσεται από μία ζωώδη ύπαρξη σε μία πνευματική οντότητα.
- Κατά τη Βίβλο, και αφού ο Θεός δημιούργησε όλα τα ουράνια σώματα, τη γη, τα ζώα και τα φυτά, έπλασε το τελειότερο δημιούργημα του τον Άνθρωπο και τον τοποθέτησε ως «κορωνίδα» της δημιουργίας του στον Παράδεισο. Συνεπώς ο Άνθρωπος, ως ανώτερο είδος του πλανήτη, όφειλε να αποδείξει την απομάκρυνση του από τις ποταπές και μιαρές ανθρώπινες ανάγκες και ένστικτα. Έτσι, η απομάκρυνση από τη ζωώδη φύση θα επιτυγχανόταν με την αποφυγή μερικών από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα όπως η βουλιμιά, η λαγνεία κ.λπ.
- Στη βάση της η φροϋδική θεωρία της σεξουαλικότητας προτείνει ότι ο Άνθρωπος εκπληρώνει το σκοπό του με τη προοδευτική απομάκρυνση του από ζωώδη ένστικτα και την ανάπτυξη μιας ορθολογικής και εξιδανικευμένης συνείδησης. Ο πολιτισμός κατά τον Φρόιντ δεν μπορεί παρά να εδράζεται στον καταναγκασμό και την καταστολή των ενστίκτων. Αυτή ξεκινά από το εσωτερικό της οικογένειας, με την απαγόρευση της αιμομιξίας, και προεκτείνεται στην δημιουργία ηθικών συστημάτων. Η κοινωνική αλληλεγγύη στηρίζεται στην ενοχή. Ο πολιτισμός είναι ένα παράδοξο, όπου συνδυάζονται ο έρωτας και η αυτοτιμωρία και η αρχή της πραγματικότητας συγκρούεται με την αρχή της ηδονής.
3. Η ύπαρξη ενός «Μεσσία».
- Στον Χριστιανισμό αναμφισβήτητος Μεσσίας είναι ο Χριστός, που έκανε θαύματα, δίδαξε «το Λόγο του Θεού» και θυσιάστηκε για τη «σωτηρία της ανθρωπότητας».
- Στην Ψυχανάλυση ο Φρόιντ απέφευγε επιμελώς την υιοθέτηση του ρόλου του ως «θεραπευτή». Αντίθετα, επεδίωξε, όπως και άλλες «μεσσιανικές» προσωπικότητες πριν από αυτόν, αρχικά να διασπείρει φήμες ότι επέτυχε «θαυματουργές» θεραπείες ενός μικρού αριθμού ασθενών. Παρά το ότι σύμφωνα με νεότερα δεδομένα –που παρουσιάζονται στην εργασία «Η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης»- αυτές οι θεραπείες ουδέποτε έγιναν, τότε και για πολλά χρόνια αυτό έγινε πιστευτό. Στη συνέχεια ο Φρόιντ προέκτεινε ή «παγκοσμιοποίησε» την έννοια της ασθένειας, από τη θεραπεία των ατόμων στην ηθική κυρίως θεραπεία της κοινωνίας.
4. Η ύπαρξη «δόγματος» που περιγράφει μία προβληματική κατάσταση που απαιτεί «θεραπεία».
- Το «δόγμα» του Προπατορικού Αμαρτήματος θεωρείται ότι για αιώνες λειτούργησε ως ο πιο σημαντικός ψυχολογικός παράγοντας στη Χριστιανική Ευρώπη και ο Άγιος Αυγουστίνος τόνιζε την μεγάλη του σπουδαιότητα. Αυτή έγκειται στο ότι μέσω της αποδοχής του δόγματος από τους πιστούς, εδραιώθηκε η ανάγκη για την Σωτηρία που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της Χριστιανικής Θρησκείας. Σύμφωνα με το παραδοσιακό Χριστιανικό δόγμα, αυτοί που αρνούνται να αποδεχτούν το χριστιανικό βάπτισμα είναι καταραμένοι για πάντα και γίνονται αντιληπτοί ως «παιδιά του Σατανά». Λόγω του Προπατορικού Αμαρτήματος τα παιδιά που έρχονται στον κόσμο είναι αμαρτωλά. Στο μεσαίωνα πίστευαν ότι τα νεογέννητα κατέχονται από το διάβολο και γι’ αυτό η βάφτιση περιέχει μία λειτουργία εξορκισμού.
- Το «δόγμα» της ύπαρξης του Ασυνειδήτου ή του Εκείνο με το οποίο γεννιέται ένας άνθρωπος υποτίθεται ότι εμπεριέχει τις ενορμήσεις όπως εγωισμός, σκληρότητα, ασπλαχνία, καθώς και τις πιο ωμές και απαγορευμένες σεξουαλικές επιθυμίες. Η Ψυχανάλυση παρουσιάστηκε ως η μέθοδος που θα «μετασχημάτιζε» τις ασυνείδητες αυτές επιθυμίες από ακατέργαστες ενορμήσεις σε αποδεκτές από τον πολιτισμό χρήσιμες συμπεριφορές. Κατ’ αναλογία με τη βάπτιση, όσοι θα μπορούσαν να «δεχτούν» τη μετουσιωτική δύναμη της Ψυχανάλυσης θα απολάμβαναν και τα «θαυματουργά» αποτελέσματα της. Όσοι, αντίθετα ήταν ανεπίδεκτοι να επωφεληθούν από αυτή τη μέθοδο θα ήταν καταδικασμένοι να ζήσουν κάτω από την επήρεια ενός «σκληρού, εγωιστή, αχόρταγου και λάγνου αφέντη».
5. Η ύπαρξη του «Κακού».
- Για τον Χριστιανισμό, όπως άλλωστε και για τις περισσότερες θρησκείες, οι Δαίμονες είναι πνευματικά όντα που διαβάλλουν τους Ανθρώπους και μερικές φορές μπαίνουν μέσα τους και «κατέχουν» τον έλεγχο της προσωπικότητας τους. Τότε οι άνθρωποι γίνονται «κακοί» (λάγνοι, σαδιστικοί, βρωμεροί) και συμπεριφέρονται αντίθετα από το θέλημα του Θεού.
- Στην Ψυχανάλυση το «κακό» συναντάται α) ως ανωριμότητα και β) ως «πρωκτική προσωπικότητα».
Στην α) περίπτωση «κακό» είναι το ανώριμο, το πρωτόγονο, το νηπιακό μέρος της ψυχικής ζωής, που ενυπάρχει σε όλα τα παιδιά και τείνουμε να «ξεχνούμε» λόγω της χαριτωμένης τους εμφάνισης. Η Μέλανι Κλάϊν περιέγραψε μία ταραχώδη και βίαιη φαντασιωσική ζωή της βρεφικής ηλικίας, όπου τα φυσιολογικά βρέφη επιθυμούν να κατασπαράξουν τη μητέρα, το στήθος της ή το σώμα της, ή να ρουφήξουν και να δαγκώσουν το πέος του πατέρα τους. Για την Κλάϊν, αυτές οι φαντασιώσεις μένουν αργότερα ως φυσιολογικές φαντασιώσεις των ενηλίκων, με τρόπο που παρουσιάζονται όπως στη μεσαιωνική δαιμονολογία ή στην σύγχρονη πορνογραφία.
Στη β) περίπτωση, «κακή» είναι η «πρωκτική προσωπικότητα» αφού χαρακτηρίζεται από σαδισμό, συσσώρευση πλούτου και δύναμης, σχολαστικότητα, αγάπη στη βρωμιά (με τάση να καθαρίζουν συνέχει), υποχονδρία, ευερεθιστότητα, φιλαργυρία, μικροψυχία, ισχυρογνωμοσύνη. Ο «πρωκτικός» χαρακτήρας μπορεί να αποδίδεται και σε ολόκληρα έθνη ή φυλές (π.χ. φιλάργυροι Εβραίοι, φλεγματικοί Άγγλοι κ.λπ.).
Για την Ψυχανάλυση το ξεπέρασμα του «κακού» μπορεί να γίνει μέσω της ψυχαναλυτικής θεραπείας που αποσκοπεί στην μετουσίωση αυτών των τάσεων σε αποδεκτές πολιτισμικά συμπεριφορές.
6. Κεντρικό στόχο και της Ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης και της ψυχαναλυτικής θεραπείας αποτελεί το χαρακτηριστικό του «εγωϊσμού».
- Η Εκκλησιαστική ανθρωπολογία διδάσκει ότι «…η ρίζα της ανθρώπινης τραγωδίας βρίσκεται στην εκούσια πτώση του ανθρώπου από το Φυσικό Θέλημα του Θεού, γεγονός που γεννά την φιλαυτία, τον εγωισμό, την οίηση, πάθη που δημιουργούν όλα τα υπόλοιπα πάθη, τις ψυχικές ασθένειες, ακόμα και τον θάνατο της ψυχής».
- Σύμφωνα με την Ψυχανάλυση «… ο εγωισμός επιφέρει νεύρωση ή ψυχική ασθένεια, η οποία φωτίζει τον αυτοβασανισμό που επιφέρει ο εγωκεντρικός ναρκισσισμός, με την ρεαλιστική γλώσσα της κλινικής εμπειρίας, όσον αφορά τη νεύρωση και την ψύχωση»
7. «Μετάνοια» και «Κάθαρση».
- Κεντρικό στοιχείο για τη Σωτηρία κάθε πιστού στον Χριστιανισμό, εκτός από τη βάπτιση και τη μετάληψη «σώματος και αίματος Χριστού», αποτελεί η εξομολόγηση. Η στιγμή της αποδοχής των ιδίων αμαρτημάτων και της ζήτησης μετάνοιας μπρος στον εξομολογητή είναι τόσο «ιερή», που ακόμη και αν συμβεί στις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός αμαρτωλού, αυτός συγχωρείται. Στην Καινή Διαθήκη αυτό το βλέπουμε σε πολλές περιπτώσεις, όπως η μετάνοια και η συνεπακόλουθη σωτηρία του ληστή στη Σταύρωση του Ιησού.
- Σύμφωνα με τον Φουκώ, στο έργο του «η ιστορία της σεξουαλικότητας», η εξέταση του ψυχαναλυόμενου «ασθενή», η αφήγηση του εαυτού του με το ξεδίπλωμα ενός συνόλου από ευανάγνωστα σημεία και συμπτώματα, η ανάκριση, το πιεστικό ερωτηματολόγιο, η ύπνωση με το ξύπνημα των αναμνήσεων, και οι ελεύθεροι συνειρμοί δεν είναι τίποτε άλλο από μία εξομολόγηση σ’ ένα πεδίο παρατηρήσεων επιστημονικά αποδεκτών. Για τον ψυχαναλυτή Βίνικκοτ, η αποδοχή και η ανάληψη ευθύνης ενός ψυχαναλυόμενου για την κακία που ο ίδιος έδειξε σε άλλους ανθρώπους, αποτελεί σπουδαίο εξελικτικό βήμα και πέρασμα από τη μανιακή στην καταθλιπτική θέση, όπου το άτομο γίνεται πιο επιδεκτικό να δεχτεί την συνέχεια και ολοκλήρωση της ψυχαναλυτικής θεραπείας.
8. «Μύηση».
- Στον χριστιανισμό, μέσω της βάπτισης, της συμμετοχής στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, της κατήχησης, της παρακολούθησης κηρυγμάτων, της μελέτης των Γραφών και της εξομολόγησης μυείται ένας πιστός στον ορθό χριστιανικό τρόπο ζωής.
- Στην Ψυχανάλυση, η αποδοχή του μελλοντικού θεραπευτή να περάσει ο ίδιος από το «ψυχαναλυτικό ντιβάνι» για χρόνια, να μάθει να «αναλύει» τα περιστατικά του με τη βοήθεια του επόπτη του (που συνήθως είναι και ο ψυχαναλυτής του) και η συγγραφή εργασιών όπου αποδίδει το «σωστό» πνεύμα της θεωρίας που διδάχτηκε. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν πολλές ψυχαναλυτικές σχολές και εταιρίες που υπάρχουν έως σήμερα.
9. Αυτό – βασανισμός και εξιλέωση.
-Οι ρίζες του θρησκευτικού αυτοβασανισμού στον χριστιανισμού ανιχνεύονται κατά τον μεσαίωνα, οπότε στον χριστιανισμό καλλιεργείται η άποψη ότι το σώμα είναι κάτι μιαρό και αμαρτωλό, που πρέπει να εξαγνιστεί. Η σάρκα και οι επιθυμίες της, ειδικότερα οι σεξουαλικές, αντιμετωπίζονται ως κάτι περιφρονητέο, που πρέπει να υποταχθεί στη βούληση του πνεύματος. Μέσα από μια τέτοια σύγκρουση δημιουργείται ένα ενοχικό σύμπλεγμα, καθώς το σώμα αφ εαυτού δεν είναι δυνατόν να εγκαταλείψει την ορμέμφυτη φύση του. Τα αισθήματα ενοχής πιέζουν για πράξεις εξιλέωσης και αν η πηγή της ενοχής είναι το σώμα, η εξιλέωση έρχεται μέσω της αυτοταπείνωσης, του εξευτελισμού και της κακοποίησης.
Είναι ιδιαίτερα γνωστές οι περιπτώσεις πολλών αγίων του χριστιανισμού οι οποίοι τρέφονταν μόνο με ψωμί και νερό και κυκλοφορούσαν με το ίδιο ένδυμα που τους άφηνε απροστάτευτους στα έντονα καιρικά φαινόμενα χειμώνα καλοκαίρι. Ο άγιος Δομίνικος, ο άγιος Φραγκίσκος της Aσίζης, ο άγιος Θωμάς ο Ακινάτης, η αγία Αικατερίνη υποβάλλονταν εκούσια στο μαρτύριο της σταύρωσης. Επί αιώνες, από τότε που κήρυξε ο Ιησούς, μικρές χριστιανικές κοινότητες προσπάθησαν να βιώσων τα ιδανικά τους με τρόπο ακραίο και απόλυτα αφιερωμένο. Στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες εγκατέλειψαν τις επίγειες απολαύσεις και εισήλθαν σε μοναστήρια. Υπακούοντας κατά λέξη τις γραφές έστρεψαν την πλάτη τους στις οικογένειές τους και, ως εξωτερικό οδηγό της νέας ζωής τους, χρησιμοποίησαν όρκους φτώχειας, τιμωρίας και υπακοής. Ως σημάδι της περιφρόνησής τους και της συναισθηματικής ενοχής τους, κτυπούσαν τα σώματά τους με σκοινιά και διάφορα άλλα μαστίγια, όπως το φραγγέλιο, μέχρι να τρέξει αίμα. Σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί η πνευματική αγνότητα τιμωρούσαν τον εαυτό τους και τους άλλους.
Όταν οι χριστιανοί αυτομαστιγώνονταν, το έκαναν προκειμένου να πετύχουν την αγνότητα. Ο αντικειμενικός στόχος της τιμωρίας ήταν η αγνότητα. Η φαντασίωση την οποία βίωναν οι ασκητές του χριστιανισμού και οι ζηλωτές του μωαμεθανικού κόσμου ήταν ότι προκαλώντας πόνο και πληγές στα σώματά τους, ίσως κατόρθωναν να καταστρέψουν την ακάθαρτη ουσία από την οποία ήταν φτιαγμένοι, έστω κι αν αυτό ήταν τελικά, η έσχατη περιφρόνηση προς την πράξη της ανθρώπινης δημιουργίας εκ μέρους του Θεού που αναζητούσαν εναγωνίως 1.
- Στην Ψυχανάλυση, η ψυχαναλυτική θεραπεία μπορεί να συσχετισθεί με μία διαδρομή στην συμβολική Σπηλιά του Πλάτωνα.
Η πλατωνική ανάμνηση είναι μια δυναμική πορεία επιστροφής στο παρελθόν, η οποία συντελείται σταδιακά, χάρη στη σύνδεση των δεδομένων του παρόντος με τη λησμονημένη εντός της ψυχής γνώση, ένα ψυχικό – νοητικό ταξίδι στα μονοπάτια της μνήμης.
Το σπήλαιο απεικονίζει, πέρα από τον πολιτικό κοινωνικό μακρόκοσμο, τον προσωπικό κόσμο του κάθε ατόμου, τον τρόπο με τον οποίο καθένας από εμάς αντιλαμβάνεται τον ευαυτό του και την θέση του στα πλαίσια του γίγνεσθαι.
Είναι μ’ άλλα λόγια μια ιδιάζουσα, ιδιότυπη πόλις, όμοια μ’ εκείνη του νευρωτικού, ο οποίος, παραδομένος στο σύμπτωμα και τα παρεπόμενά του, ζει μέσα σε μια άνευ προηγουμένου αυταπάτη και πλάνη.
Το να παραμείνει κανείς στον κόσμο των σκιών είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής όπως προσωπική επιλογή είναι να στρέψει το βλέμμα του προς το φως και να επωμιστεί το ψυχικό κόστος ενός ταξιδιού στον κόσμο της αλήθειας.
Αληθές και ψευδές συνυπάρχουν, εναλλάσσονται και εμπλέκονται.
Για ν’ απαλλαγεί κανείς από την αφροσύνη, πρέπει να κοιτάξει βαθιά, στην αλήθεια της ψυχής του. Αυτή θα του εξασφαλίσει μια "δεύτερη όραση", παρόμοια μ’ εκείνη της μεμυημένης ψυχής του μάντη των τραγωδιών, μιαν όρασιν η οποία αντίκειται στην φυσική όψιν, την υπερβαίνει και τελικά την καταργεί μετατρέποντάς την σε τυφλότητα.
Η πορεία προς τον κόσμο του φωτός σηματοδοτείται από ένα πλήθος δυσχερειών και από οδύνη.
Αυτομάτως ο δεσμώτης αντιδρά, αμύνεται, επιμένει να θεωρεί τις σκιές αληθέστερες των ομοιωμάτων και προσπαθεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Αυτό που προκαλεί την αντίστασή του, είναι παραδόξως αυτό που τον παρακινεί να εξέλθει από το σπήλαιο είναι το απορείν, που το τοποθετεί στο μεταίχμιο, ανάμεσα στο παρόν του κόσμου των σκιών και στο άδηλο μέλλον ενός καινούργιου κόσμου. Ο δεσμώτης δε θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της ψευδαίσθησης για μιαν αλήθεια που δεν του εγγυάται εξαρχής κάτι καλύτερο. Η απάρνηση της ζωής του σπηλαίου και το ξεκίνημα μιας καινούργιας πορείας, η οποία, ώσπου να περατωθεί, τον αφήνει μετέωρο στο άγνωστο, συνεπάγεται αναμφίβολα οδύνη, ένα μεγάλο ψυχικό κόστος που δικαιολογημένα θα προσπαθήσει να αποφύγει.
Κοπιώδης και επίπονη η ανάβαση, στο τέρμα της αποζημιώνει το δεσμώτη για την όλη την οδύνη που υπέστη. Αντικρίζοντας το Αγαθόν κατανοεί – συνειδητοποιεί την ουσία της ύπαρξής του και του γίγνεσθαι.
Η θέασις - αποκάλυψη της υπέρτατης ιδέας του νοητού έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική αναμόρφωση της ζωής του, την αναθεώρηση της μέχρι πρό τινος αυτοαντίληψης και ετεροαντίληψής του.
Στο εξής, ο απελεύθερος δεσμώτης καθίσταται ικανός να ενεργεί με βάση τα δικά του καθοδηγητικά πρότυπα, να είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του, μπορεί να αντιστέκεται σε οποιαδήποτε εξωτερική επιβολή 2.
---------------------------------------------------------------------------------------------
1. Σαχπασίδη Χρ., "Αυτοβασανισμός, θρησκεία και πολιτική", στο Archive, 16.03.2005 (http://www.archive.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=133)
2. Μπούσιου Χάιδω: Μια απόπειρα ψυχαναλυτικής ερμηνείας του πλατωνικού σπηλαίου: αντίσταση, ανάμνηση, αυτογνωσία. © Society of Social Psychiatry and Mental Heath.
(http://www.ekpse.gr/library/Bousiou%20ChaidoGR.htm)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010
Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010
Έχει ο Θεός πρόσωπο;
Η έννοια του Θεού έχει επαρκώς οριστεί τόσο στον Χριστιανισμό όσο και στις άλλες μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες. Φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτός ο ορισμός δεν συμβαδίζει με τα έως σήμερα επιστημονικά δεδομένα της Φυσικής και των Νευροεπιστημών.
Αντί για ένα Θεό με πρόσωπο, οι σύγχρονοι φυσικοί βρίσκουν ενέργεια, όσο βαθιά στην ύλη και αν φτάσουν, αδυνατούν να κατανοήσουν τα μυστήρια της 4ης διάστασης που είναι ο χρόνος, βρίσκονται μπροστά σε παράδοξους για τη λογική μας νόμους της κβαντομηχανικής, αντιλαμβάνονται ότι το όλο σύμπαν θα μπορούσε να νοηθεί σαν ένας «οργανισμός» κ.ο.κ.
Αυτό που οι Χριστιανοί ονομάζουν Θεό, και οι σύγχρονοι φυσικοί την τέταρτη διάσταση του χρόνου που είναι αδύνατον για εμάς τους ανθρώπους να αντιληφθούμε, δεν είναι απαραίτητα κάτι διαφορετικό. Μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο. Οι αρχαίοι θεωρούσαν τον Κρόνο (χρόνο) αρχηγό του Σύμπαντος, μιας και είναι ο θεός του καιρού και ο κυρίαρχος του κόσμου. Και ούτως ή άλλως ο χρόνος πάντοτε απασχολούσε τη διάνοια και το πνεύμα των ανθρώπων.
Στην αμιγώς Φυσική τους διάσταση, τα σώματά μας αποτελούνται μόνο από ενέργεια... ύλη ως γνωστόν δεν έχει βρεθεί ούτε στην 10 εις την – 34η που υπάρχουν οι χορδές…
Το ίδιο είναι και το σύμπαν... ένας χώρος γεμάτος ενέργεια!
Σύμφωνα με τους Νανόπουλο, Prigozine κ.α., που έχουν βραβευτεί με διεθνή βραβεία αδιαμφισβήτητης αξίας, η αξία τους ως επιστήμονες είναι αδιαμφισβήτητη, τα εγκεφαλικά μας κύτταρα μπορούν και αντιλαμβάνονται λεπτές αλλαγές της ενέργειας (βαρυτικής και ηλεκτρομαγνητικής) στην οποία "κολυμπάμε", μέσω μικρότατων δομών γνωστών ως μικροσωληνίσκοι (επιπέδου 10 εις την – 30η περίπου)! Χάρη σε αυτές τις αλλαγές «καταλαβαίνει» διαισθητικά χωρίς να έχει άμεση συνειδητή αισθητική εμπειρία η μάνα ότι το μωρό της πονάει, ο δίδυμος ότι ο αδερφός του βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή κινδυνεύει, και η γυναίκα ότι ο άντρας της την απατάει – και ας μην έχει αποδείξεις. Αυτά τα φαινόμενα (τηλεπάθειας κ.λπ.) μολονότι σε ερευνητικό επίπεδο δεν ξεπέρασαν το απαιτούμενο 5% για να είναι έγκυρα, σε μεμονωμένα άτομα έχουν παρατηρηθεί.
Ο David Brooks, συντάκτης των New York Times, έγραψε το 2008 ότι οι παρατηρήσεις των νευροεπιστημόνων οδηγούνται σταδιακά στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος φαίνεται πως έχει την ικανότητα να υπερβαίνει τον εαυτό του και να συγχωνεύεται με μια ανώτερη παρουσία (που πολλοί ονομάζουν Θεό), η οποία γίνεται αντιληπτή ως πιο πραγματική από την καθημερινή υλική πραγματικότητα. Με δεδομένο ότι από όλες τις θρησκείες, αυτή που δέχεται μια ανώτερη πραγματικότητα, αλλά δεν την ταυτίζει με ένα προσωπικό Θεό, είναι κατ' εξοχήν ο βουδισμός, το νέο επιστημονικό ρεύμα, σύμφωνα με τον Brooks, θα μπορούσε να αποκληθεί νευρωνικός βουδισμός.
Το θέμα, έτσι κι αλλιώς, του προσώπου ή της άϋλης θεότητας είναι παλιό πρόβλημα. Ίσως όμως πρόκειται για το ίδιο πράγμα: Γιατί;
Ιστορικά οι θεότητες ήταν πάντα γυναικείες (ως το 10000 π.χ.) εφόσον οι άνθρωποι πιστεύανε ότι οι γυναίκες γεννάνε από μόνες τους. Ως τότε όλες οι θεότητες συμβόλιζαν τη γη και ήταν στρόγγυλες και σφαιρικές.
Μετά την αγροτική επανάσταση όμως, όταν οι νομάδες κατοικοέδρευσαν κάπου μόνιμα, ανακάλυψαν ότι οι γυναίκες γεννάνε μόνο μετά από γονιμοποίηση… Αυτόματα, όλος ο σεβασμός χάθηκε και μεταφέρθηκε στον άντρα, αφού αυτός γεννάει και αυτή μόνο τίκτει… Οι θεότητες άρχισαν να αποκτούν αντρικά χαρακτηριστικά και γνωρίσματα (π.χ. απιστία – Δίας, κλεψιά – Ερμής), και το σύμβολό τους ήταν πια ο ουρανός, το ημισφαίριο, εξ ου και οι τρούλοι των μονοθεϊστικών θρησκειών.
Μία διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι η εξής: Ας σκεφτούμε για λίγο το κύτταρο το γονιμοποιημένο που βρίσκεται στη μήτρα… Αρχικά, δημιουργείται το περιβάλλον του (ο πλακούντας) και τροφοδοτείται το έμβρυο έτσι ώστε όσο αυτό μεγαλώνει, τόσο ο πλακούντας παίζει και μικρότερο ρόλο. Μάλιστα συνήθως μετά τον 7ο μήνα σχεδόν δεν χρειάζεται και το μωρό μπορεί να ζήσει και εκτός μήτρας. Έχουμε εδώ ένα παράδειγμα υπόβαθρου και μορφής, όπου σταδιακά η σημασία περνάει από το ένα στο άλλο.
Το ίδιο συμβαίνει και ψυχολογικά… Το παιδί μέσω προσκόλλησης πρέπει να μείνει κοντά στο γονιό του και στην αγάπη και στην αίσθηση της ασφάλειας, που του δίνει η παρουσία του. Σταδιακά θα εσωτερικεύσει με ένα δικό του τρόπο αυτές τις αισθήσεις – συναισθήματα, οι οποίες και θα εγκαθιδρυθούν ως μόνιμες αισθήσεις – συναισθήματα στο νου του ίδιου του παιδιού πια, ανεξάρτητα αν παρίσταται ο γονιός ή όχι. Τότε θα μπορεί πια να απομακρυνθεί χωρίς πανικό, έχοντας την εικόνα του γονιού του (και ιδιαίτερα τα μάτια του ή το μάτι του που τον προσέχει) στο μυαλό του. Και εδώ έχουμε το υπόβαθρο (ψυχολογικό περιβάλλον) και τη σταδιακή απορρόφηση του στη μορφή (εσωτερικευμένο αντικείμενο)…
Την ίδια διαδικασία συναντούμε αναλογικά και στη θεϊκή παρουσία, που αρχικά ταυτιζόταν με όλη το θεατό περιβάλλον, τη γη και τον ουρανό (όλο το σύμπαν των αρχαίων, αφού ως γνωστόν τα άστρα παίζανε μεγάλο ρόλο) και σταδιακά απορροφήθηκε σε μία μορφή (τον Θεό, που κανένας δεν είδε ποτέ παρά μόνο άκουσε, ή έμαθε τις επιθυμίες του από τους αντιπροσώπους Χριστό, Μωάμεθ, Αβραάμ ή τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί κάποιος για να τον αξιωθεί να «καθίσει εκ δεξιών του Πατρός».
Τέλος ανάλογη είναι και η διαδικασία της εξέλιξης της ανθρώπινης συνείδησης, που ξεκινάει στο μωρό από την αναγνώριση του προσώπου του στον καθρέπτη και καταλήγει σε μία εσωτερική φωνή που μας ελέγχει συνεχώς για τις πράξεις μας, τί άλλο είναι από μία «θεϊκή» παρουσία που άνετα μπορεί να συμβολιστεί με ένα μάτι, με το δαιμόνιο του Σωκράτη 1 κ.λπ.
Συνεπώς το πρόσωπο του Θεού, δεν είναι πολύ διαφορετικό από την απρόσωπη ενέργεια του Σύμπαντος, παρά η συμπύκνωση της, που ξαναρευστοποιείται στις περιπτώσεις των θαυμάτων, και ξανασυμπυκνώνεται και ξαναρευστοποιείται. Ψυχολογικά, εμείς προσευχόμενοι συμπυκνώνουμε αυτήν την ενέργεια και την καταθέτουμε σε μία «τράπεζα» και όταν την χρειαστούμε παρακαλούμε να μας δοθεί πίσω, π.χ. αν αρρωστήσουμε… Ακόμη και στον Χριστιανισμό ο Θεός παρουσιάζεται σαν «Άγιο Πνεύμα» (ενέργεια) και φωτίζει ή θεραπεύει.
Έτσι, το πρόβλημα του απρόσωπου ή Θεού με πρόσωπο δεν υφίσταται, τουλάχιστον όσο θέλουν να το τονίζουν οι θρησκείες. Είναι σαν τη μαγική εικόνα, που βλέπεις αυτό ανάλογα με το σημείο που εστιάζεις!
Η ιδέα ενός Πατέρα – Θεού με πρόσωπο του Θεού είναι αποτέλεσμα των σκέψεων που έκαναν οι άνθρωποι από την Αγροτική επανάσταση και μετά. Πιο συγκεκριμένα, όπως μία γυναίκα χρειάζεται σπέρμα για να κυοφορήσει, η σκέψη των πρωτόγονων εξέθρεψε μετά το 10000 π.Χ. την εικόνα του Πατέρα – Θεό - Ουρανό που γονιμοποίησε τη Γη και έδωσε το έναυσμα για τη ζωή.
Ένα ακόμη σημείο που φαίνεται η ανθρώπινη «καταγωγή» της ιδέας αυτής είναι η εικόνα του Θεού που πάντα παρουσιάζεται σαν αγαθός παππούλης… Έτσι ακριβώς όπως τείνουν να μοιάσουν οι παπάδες στα γεράματα τους. Μα πώς γίνεται να απεικονίζεται ως γέροντας ο θεός τη στιγμή που (α) κανείς δεν τον έχει δει με τα μάτια του και (β) θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας νέος σε ηλικία πατέρας; Εδώ έχουμε αναμφισβήτητα μία ανθρώπινη επινόηση με σαφή σημειολογικό στόχο, μιας και ο αγαθός παππούς συμβολίζει τον καλό, αξιοσέβαστο άνθρωπο που έμαθε πολλά στη ζωή του και εμπιστευόμαστε να μας καθοδηγήσει.
Όσον αφορά στο αν τα θαύματα τα κάνει ένας προσωπικός Θεός ή γίνονται με την ενέργεια του Σύμπαντος και πώς, έως σήμερα, δεν υπάρχει επιστημονική απάντηση… και αυτό διότι δεν μπορούμε να αναπαράγουμε πειραματικά το θαύμα. Κάπου – κάπου συμβαίνει, χωρίς να μπορούμε να καθορίσουμε πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις.
Το σίγουρό είναι ότι παίζει κάποιο ρόλο η πίστη… Η πίστη, αυτή η ακατανίκητη δύναμη που άλλοτε μας σώζει και άλλοτε μας σκοτώνει σωματικά ή πνευματικά… Το θέμα είναι σε τί ακριβώς πιστεύεις, από τι ξεκίνησες να πιστεύεις και πόσο πιστεύεις.
Αν κάποιος κάτω από τα ερείπια μιας πολυκατοικίας δεν πιστεύει ότι θα έρθουν και θα τον σώσουν, ή στο Άουτσβιτς δεν πιστέψει ότι τελικά θα ζήσει, συνήθως θα πεθάνει. Σε πειράματα όπου κάνανε ανθρώπους να πιστέψουν ότι τους κόψανε τις φλέβες (χωρίς αυτό να έχει συμβεί), αυτοί εμφάνισαν φυσικές διαδικασίες θανάτου!
Από την άλλη, αν κάποιος πιστεύει στην αστρολογία, στα «πνεύματα», σε ακραία πολιτικά ιδεολογήματα (Ταλιμπάν, Ναζί) κ.λπ. είναι καταδικασμένος να μείνει πνευματικά, ή ψυχικά και νοητικά φυτό!
Συνήθως οι διαφορετικές απόψεις υποστηρίζουν ότι α) υπάρχει κάπου μία δύναμη με νου και γνώση που συνειδητά μας δίνει χάρη όταν πιστεύουμε, όταν μένουμε «προσκολλημένοι» στους κανόνες μιας βιοθεωρίας – θρησκείας, ή β) αυτή η δύναμη δεν υπάρχει, και τη «χάρη» την παίρνουμε ούτως ή άλλως όταν τη δικαιούμαστε, όταν δηλαδή έχουμε «πληρώσει» το τίμημα… Π.χ. ένας καλλιτέχνης μπορεί να πιστεύει ότι θα δημιουργήσει ένα διάσημο διαχρονικό έργο τέχνης κάποτε, αλλά αυτό μάλλον θα γίνει όταν θα έχει αφιερώσει και επισταμένης ενασχόλησης στο έργο του, και μία ημέρα θα μου «έρθει» στο μυαλό η έμπνευση για το πώς ακριβώς να το δημιουργήσει.
Έτσι και αλλιώς, ωστόσο, υπάρχει ένα επιχείρημα που αποδυναμώνει την άποψη περί της χάριτος του προσωπικού Θεού στα θαύματα. Το επιχείρημα αυτό ερωτά, αν η χάρις δίνεται μόνο από τον προσωπικό Θεό, τότε με ποιο τρόπο συμβαίνουν θαύματα σε όλο τον κόσμο, ακόμη και σε ιθαγενείς που πιστεύουν στα δέντρα (κατά τον ίδιο τρόπο που π.χ. οι Ινδιάνοι πίστευαν ότι με ειδικό χορό θα εξευμένιζαν το θεό της βροχής ενώ οι Έλληνες μόνον αν του έδιναν υλικά δώρα); Προφανώς η εξήγηση του «ανεξήγητου, δυσεξήγητου, ή ανεξερεύνητου Σύμπαντος» αντί του «συνειδητού - προσωπικού Θεού» είναι πιο πιθανή.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Σχετικά με το Σωκρατικό δαιμόνιο και τον αποτρεπτικό ή προτρεπτικό ρόλο του στη ζωή του Αθηναίου φιλοσόφου έχουν γράφει και ειπωθεί από φιλολόγους και φιλοσόφους αρκετά στο πέρασμα των αιώνων. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι εμπόδισε το Σωκράτη να ετοιμάσει την απολογία του κατά τη δίκη του (Ξενοφώντος, «Απολογία Σωκράτους»). Έτσι, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Βασίλης Κάλφας σ’ άρθρο του, στις 31 – 10 – 2004, στην εφημερίδα «Καθημερινή», που τιτλοφορείται «Το δαιμόνιο του Σωκράτη», σημειώνει μεταξύ άλλων: «[…]Από τα λίγα πράγματα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον Σωκράτη είναι η σχέση του με το περίφημο «δαιμόνιο». Ο Σωκράτης άκουγε κατά καιρούς μια εσωτερική «φωνή», που του έδινε κάποια σημάδια για τη μελλοντική του συμπεριφορά. Στις υποδείξεις του δαιμονίου ο Σωκράτης φαίνεται ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Η σχέση του Σωκράτη με το προσωπικό του δαιμόνιο ήταν κάτι πασίγνωστο σε όσους τον συναναστρέφονταν, αλλά θα πρέπει να είχε γίνει γνωστή και σε ευρύτερους κύκλους, συνεισφέροντας ένα ακόμη κομματάκι στο παζλ της «άτοπης» προσωπικότητας του μοναδικού αυτού ανθρώπου. Έχουμε πολλές ενδείξεις ότι το δαιμόνιο ενεπλάκη με κάποιον τρόπο στη δίκη του Σωκράτη. Ο Πλάτων το υπαινίσσεται στην Απολογία του, όταν ο Σωκράτης λέει «αυτό το δαιμόνιο που ο Μέλητος κοροϊδεύοντας το συμπεριέλαβε στην κατηγορία» (31d). Και στον Ευθύφρονα βάζει τον φανατικό θρησκόληπτο ομώνυμο μάντη να συμπαρίσταται στον Σωκράτη, λέγοντάς του ότι η κατηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του για καινοτομία στα θρησκευτικά ζητήματα θα πρέπει να οφείλεται στο πασίγνωστο δαιμόνιο. Η τάση του πλήθους, συμπληρώνει ο Ευθύφρων, είναι να περιγελούν όσους ισχυρίζονται ότι προλέγουν το μέλλον (3bc) […]».
Αντί για ένα Θεό με πρόσωπο, οι σύγχρονοι φυσικοί βρίσκουν ενέργεια, όσο βαθιά στην ύλη και αν φτάσουν, αδυνατούν να κατανοήσουν τα μυστήρια της 4ης διάστασης που είναι ο χρόνος, βρίσκονται μπροστά σε παράδοξους για τη λογική μας νόμους της κβαντομηχανικής, αντιλαμβάνονται ότι το όλο σύμπαν θα μπορούσε να νοηθεί σαν ένας «οργανισμός» κ.ο.κ.
Αυτό που οι Χριστιανοί ονομάζουν Θεό, και οι σύγχρονοι φυσικοί την τέταρτη διάσταση του χρόνου που είναι αδύνατον για εμάς τους ανθρώπους να αντιληφθούμε, δεν είναι απαραίτητα κάτι διαφορετικό. Μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο. Οι αρχαίοι θεωρούσαν τον Κρόνο (χρόνο) αρχηγό του Σύμπαντος, μιας και είναι ο θεός του καιρού και ο κυρίαρχος του κόσμου. Και ούτως ή άλλως ο χρόνος πάντοτε απασχολούσε τη διάνοια και το πνεύμα των ανθρώπων.
Στην αμιγώς Φυσική τους διάσταση, τα σώματά μας αποτελούνται μόνο από ενέργεια... ύλη ως γνωστόν δεν έχει βρεθεί ούτε στην 10 εις την – 34η που υπάρχουν οι χορδές…
Το ίδιο είναι και το σύμπαν... ένας χώρος γεμάτος ενέργεια!
Σύμφωνα με τους Νανόπουλο, Prigozine κ.α., που έχουν βραβευτεί με διεθνή βραβεία αδιαμφισβήτητης αξίας, η αξία τους ως επιστήμονες είναι αδιαμφισβήτητη, τα εγκεφαλικά μας κύτταρα μπορούν και αντιλαμβάνονται λεπτές αλλαγές της ενέργειας (βαρυτικής και ηλεκτρομαγνητικής) στην οποία "κολυμπάμε", μέσω μικρότατων δομών γνωστών ως μικροσωληνίσκοι (επιπέδου 10 εις την – 30η περίπου)! Χάρη σε αυτές τις αλλαγές «καταλαβαίνει» διαισθητικά χωρίς να έχει άμεση συνειδητή αισθητική εμπειρία η μάνα ότι το μωρό της πονάει, ο δίδυμος ότι ο αδερφός του βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή κινδυνεύει, και η γυναίκα ότι ο άντρας της την απατάει – και ας μην έχει αποδείξεις. Αυτά τα φαινόμενα (τηλεπάθειας κ.λπ.) μολονότι σε ερευνητικό επίπεδο δεν ξεπέρασαν το απαιτούμενο 5% για να είναι έγκυρα, σε μεμονωμένα άτομα έχουν παρατηρηθεί.
Ο David Brooks, συντάκτης των New York Times, έγραψε το 2008 ότι οι παρατηρήσεις των νευροεπιστημόνων οδηγούνται σταδιακά στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος φαίνεται πως έχει την ικανότητα να υπερβαίνει τον εαυτό του και να συγχωνεύεται με μια ανώτερη παρουσία (που πολλοί ονομάζουν Θεό), η οποία γίνεται αντιληπτή ως πιο πραγματική από την καθημερινή υλική πραγματικότητα. Με δεδομένο ότι από όλες τις θρησκείες, αυτή που δέχεται μια ανώτερη πραγματικότητα, αλλά δεν την ταυτίζει με ένα προσωπικό Θεό, είναι κατ' εξοχήν ο βουδισμός, το νέο επιστημονικό ρεύμα, σύμφωνα με τον Brooks, θα μπορούσε να αποκληθεί νευρωνικός βουδισμός.
Το θέμα, έτσι κι αλλιώς, του προσώπου ή της άϋλης θεότητας είναι παλιό πρόβλημα. Ίσως όμως πρόκειται για το ίδιο πράγμα: Γιατί;
Ιστορικά οι θεότητες ήταν πάντα γυναικείες (ως το 10000 π.χ.) εφόσον οι άνθρωποι πιστεύανε ότι οι γυναίκες γεννάνε από μόνες τους. Ως τότε όλες οι θεότητες συμβόλιζαν τη γη και ήταν στρόγγυλες και σφαιρικές.
Μετά την αγροτική επανάσταση όμως, όταν οι νομάδες κατοικοέδρευσαν κάπου μόνιμα, ανακάλυψαν ότι οι γυναίκες γεννάνε μόνο μετά από γονιμοποίηση… Αυτόματα, όλος ο σεβασμός χάθηκε και μεταφέρθηκε στον άντρα, αφού αυτός γεννάει και αυτή μόνο τίκτει… Οι θεότητες άρχισαν να αποκτούν αντρικά χαρακτηριστικά και γνωρίσματα (π.χ. απιστία – Δίας, κλεψιά – Ερμής), και το σύμβολό τους ήταν πια ο ουρανός, το ημισφαίριο, εξ ου και οι τρούλοι των μονοθεϊστικών θρησκειών.
Μία διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι η εξής: Ας σκεφτούμε για λίγο το κύτταρο το γονιμοποιημένο που βρίσκεται στη μήτρα… Αρχικά, δημιουργείται το περιβάλλον του (ο πλακούντας) και τροφοδοτείται το έμβρυο έτσι ώστε όσο αυτό μεγαλώνει, τόσο ο πλακούντας παίζει και μικρότερο ρόλο. Μάλιστα συνήθως μετά τον 7ο μήνα σχεδόν δεν χρειάζεται και το μωρό μπορεί να ζήσει και εκτός μήτρας. Έχουμε εδώ ένα παράδειγμα υπόβαθρου και μορφής, όπου σταδιακά η σημασία περνάει από το ένα στο άλλο.
Το ίδιο συμβαίνει και ψυχολογικά… Το παιδί μέσω προσκόλλησης πρέπει να μείνει κοντά στο γονιό του και στην αγάπη και στην αίσθηση της ασφάλειας, που του δίνει η παρουσία του. Σταδιακά θα εσωτερικεύσει με ένα δικό του τρόπο αυτές τις αισθήσεις – συναισθήματα, οι οποίες και θα εγκαθιδρυθούν ως μόνιμες αισθήσεις – συναισθήματα στο νου του ίδιου του παιδιού πια, ανεξάρτητα αν παρίσταται ο γονιός ή όχι. Τότε θα μπορεί πια να απομακρυνθεί χωρίς πανικό, έχοντας την εικόνα του γονιού του (και ιδιαίτερα τα μάτια του ή το μάτι του που τον προσέχει) στο μυαλό του. Και εδώ έχουμε το υπόβαθρο (ψυχολογικό περιβάλλον) και τη σταδιακή απορρόφηση του στη μορφή (εσωτερικευμένο αντικείμενο)…
Την ίδια διαδικασία συναντούμε αναλογικά και στη θεϊκή παρουσία, που αρχικά ταυτιζόταν με όλη το θεατό περιβάλλον, τη γη και τον ουρανό (όλο το σύμπαν των αρχαίων, αφού ως γνωστόν τα άστρα παίζανε μεγάλο ρόλο) και σταδιακά απορροφήθηκε σε μία μορφή (τον Θεό, που κανένας δεν είδε ποτέ παρά μόνο άκουσε, ή έμαθε τις επιθυμίες του από τους αντιπροσώπους Χριστό, Μωάμεθ, Αβραάμ ή τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί κάποιος για να τον αξιωθεί να «καθίσει εκ δεξιών του Πατρός».
Τέλος ανάλογη είναι και η διαδικασία της εξέλιξης της ανθρώπινης συνείδησης, που ξεκινάει στο μωρό από την αναγνώριση του προσώπου του στον καθρέπτη και καταλήγει σε μία εσωτερική φωνή που μας ελέγχει συνεχώς για τις πράξεις μας, τί άλλο είναι από μία «θεϊκή» παρουσία που άνετα μπορεί να συμβολιστεί με ένα μάτι, με το δαιμόνιο του Σωκράτη 1 κ.λπ.
Συνεπώς το πρόσωπο του Θεού, δεν είναι πολύ διαφορετικό από την απρόσωπη ενέργεια του Σύμπαντος, παρά η συμπύκνωση της, που ξαναρευστοποιείται στις περιπτώσεις των θαυμάτων, και ξανασυμπυκνώνεται και ξαναρευστοποιείται. Ψυχολογικά, εμείς προσευχόμενοι συμπυκνώνουμε αυτήν την ενέργεια και την καταθέτουμε σε μία «τράπεζα» και όταν την χρειαστούμε παρακαλούμε να μας δοθεί πίσω, π.χ. αν αρρωστήσουμε… Ακόμη και στον Χριστιανισμό ο Θεός παρουσιάζεται σαν «Άγιο Πνεύμα» (ενέργεια) και φωτίζει ή θεραπεύει.
Έτσι, το πρόβλημα του απρόσωπου ή Θεού με πρόσωπο δεν υφίσταται, τουλάχιστον όσο θέλουν να το τονίζουν οι θρησκείες. Είναι σαν τη μαγική εικόνα, που βλέπεις αυτό ανάλογα με το σημείο που εστιάζεις!
Η ιδέα ενός Πατέρα – Θεού με πρόσωπο του Θεού είναι αποτέλεσμα των σκέψεων που έκαναν οι άνθρωποι από την Αγροτική επανάσταση και μετά. Πιο συγκεκριμένα, όπως μία γυναίκα χρειάζεται σπέρμα για να κυοφορήσει, η σκέψη των πρωτόγονων εξέθρεψε μετά το 10000 π.Χ. την εικόνα του Πατέρα – Θεό - Ουρανό που γονιμοποίησε τη Γη και έδωσε το έναυσμα για τη ζωή.
Ένα ακόμη σημείο που φαίνεται η ανθρώπινη «καταγωγή» της ιδέας αυτής είναι η εικόνα του Θεού που πάντα παρουσιάζεται σαν αγαθός παππούλης… Έτσι ακριβώς όπως τείνουν να μοιάσουν οι παπάδες στα γεράματα τους. Μα πώς γίνεται να απεικονίζεται ως γέροντας ο θεός τη στιγμή που (α) κανείς δεν τον έχει δει με τα μάτια του και (β) θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας νέος σε ηλικία πατέρας; Εδώ έχουμε αναμφισβήτητα μία ανθρώπινη επινόηση με σαφή σημειολογικό στόχο, μιας και ο αγαθός παππούς συμβολίζει τον καλό, αξιοσέβαστο άνθρωπο που έμαθε πολλά στη ζωή του και εμπιστευόμαστε να μας καθοδηγήσει.
Όσον αφορά στο αν τα θαύματα τα κάνει ένας προσωπικός Θεός ή γίνονται με την ενέργεια του Σύμπαντος και πώς, έως σήμερα, δεν υπάρχει επιστημονική απάντηση… και αυτό διότι δεν μπορούμε να αναπαράγουμε πειραματικά το θαύμα. Κάπου – κάπου συμβαίνει, χωρίς να μπορούμε να καθορίσουμε πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις.
Το σίγουρό είναι ότι παίζει κάποιο ρόλο η πίστη… Η πίστη, αυτή η ακατανίκητη δύναμη που άλλοτε μας σώζει και άλλοτε μας σκοτώνει σωματικά ή πνευματικά… Το θέμα είναι σε τί ακριβώς πιστεύεις, από τι ξεκίνησες να πιστεύεις και πόσο πιστεύεις.
Αν κάποιος κάτω από τα ερείπια μιας πολυκατοικίας δεν πιστεύει ότι θα έρθουν και θα τον σώσουν, ή στο Άουτσβιτς δεν πιστέψει ότι τελικά θα ζήσει, συνήθως θα πεθάνει. Σε πειράματα όπου κάνανε ανθρώπους να πιστέψουν ότι τους κόψανε τις φλέβες (χωρίς αυτό να έχει συμβεί), αυτοί εμφάνισαν φυσικές διαδικασίες θανάτου!
Από την άλλη, αν κάποιος πιστεύει στην αστρολογία, στα «πνεύματα», σε ακραία πολιτικά ιδεολογήματα (Ταλιμπάν, Ναζί) κ.λπ. είναι καταδικασμένος να μείνει πνευματικά, ή ψυχικά και νοητικά φυτό!
Συνήθως οι διαφορετικές απόψεις υποστηρίζουν ότι α) υπάρχει κάπου μία δύναμη με νου και γνώση που συνειδητά μας δίνει χάρη όταν πιστεύουμε, όταν μένουμε «προσκολλημένοι» στους κανόνες μιας βιοθεωρίας – θρησκείας, ή β) αυτή η δύναμη δεν υπάρχει, και τη «χάρη» την παίρνουμε ούτως ή άλλως όταν τη δικαιούμαστε, όταν δηλαδή έχουμε «πληρώσει» το τίμημα… Π.χ. ένας καλλιτέχνης μπορεί να πιστεύει ότι θα δημιουργήσει ένα διάσημο διαχρονικό έργο τέχνης κάποτε, αλλά αυτό μάλλον θα γίνει όταν θα έχει αφιερώσει και επισταμένης ενασχόλησης στο έργο του, και μία ημέρα θα μου «έρθει» στο μυαλό η έμπνευση για το πώς ακριβώς να το δημιουργήσει.
Έτσι και αλλιώς, ωστόσο, υπάρχει ένα επιχείρημα που αποδυναμώνει την άποψη περί της χάριτος του προσωπικού Θεού στα θαύματα. Το επιχείρημα αυτό ερωτά, αν η χάρις δίνεται μόνο από τον προσωπικό Θεό, τότε με ποιο τρόπο συμβαίνουν θαύματα σε όλο τον κόσμο, ακόμη και σε ιθαγενείς που πιστεύουν στα δέντρα (κατά τον ίδιο τρόπο που π.χ. οι Ινδιάνοι πίστευαν ότι με ειδικό χορό θα εξευμένιζαν το θεό της βροχής ενώ οι Έλληνες μόνον αν του έδιναν υλικά δώρα); Προφανώς η εξήγηση του «ανεξήγητου, δυσεξήγητου, ή ανεξερεύνητου Σύμπαντος» αντί του «συνειδητού - προσωπικού Θεού» είναι πιο πιθανή.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Σχετικά με το Σωκρατικό δαιμόνιο και τον αποτρεπτικό ή προτρεπτικό ρόλο του στη ζωή του Αθηναίου φιλοσόφου έχουν γράφει και ειπωθεί από φιλολόγους και φιλοσόφους αρκετά στο πέρασμα των αιώνων. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι εμπόδισε το Σωκράτη να ετοιμάσει την απολογία του κατά τη δίκη του (Ξενοφώντος, «Απολογία Σωκράτους»). Έτσι, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Βασίλης Κάλφας σ’ άρθρο του, στις 31 – 10 – 2004, στην εφημερίδα «Καθημερινή», που τιτλοφορείται «Το δαιμόνιο του Σωκράτη», σημειώνει μεταξύ άλλων: «[…]Από τα λίγα πράγματα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον Σωκράτη είναι η σχέση του με το περίφημο «δαιμόνιο». Ο Σωκράτης άκουγε κατά καιρούς μια εσωτερική «φωνή», που του έδινε κάποια σημάδια για τη μελλοντική του συμπεριφορά. Στις υποδείξεις του δαιμονίου ο Σωκράτης φαίνεται ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Η σχέση του Σωκράτη με το προσωπικό του δαιμόνιο ήταν κάτι πασίγνωστο σε όσους τον συναναστρέφονταν, αλλά θα πρέπει να είχε γίνει γνωστή και σε ευρύτερους κύκλους, συνεισφέροντας ένα ακόμη κομματάκι στο παζλ της «άτοπης» προσωπικότητας του μοναδικού αυτού ανθρώπου. Έχουμε πολλές ενδείξεις ότι το δαιμόνιο ενεπλάκη με κάποιον τρόπο στη δίκη του Σωκράτη. Ο Πλάτων το υπαινίσσεται στην Απολογία του, όταν ο Σωκράτης λέει «αυτό το δαιμόνιο που ο Μέλητος κοροϊδεύοντας το συμπεριέλαβε στην κατηγορία» (31d). Και στον Ευθύφρονα βάζει τον φανατικό θρησκόληπτο ομώνυμο μάντη να συμπαρίσταται στον Σωκράτη, λέγοντάς του ότι η κατηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του για καινοτομία στα θρησκευτικά ζητήματα θα πρέπει να οφείλεται στο πασίγνωστο δαιμόνιο. Η τάση του πλήθους, συμπληρώνει ο Ευθύφρων, είναι να περιγελούν όσους ισχυρίζονται ότι προλέγουν το μέλλον (3bc) […]».
Κυριακή 30 Μαΐου 2010
Θρησκείες και Θάνατος
Το βέβαιο και παρατηρημένο για κάθε έμβιο οργανισμό είναι ότι μία ημέρα θα πεθάνει (ισχύει οπωσδήποτε για ζώα, φυτά και άνθρωπο). Μπορεί ένας οργανισμός να ζήσει λίγα ή πολλά χρόνια, να περάσει τη ζωή του ως υγιής ή άρρωστος. Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι μία ημέρα θα πεθάνει. Το βέβαιο δε του θανάτου δεν προκαλεί καμία συναισθηματική αναστάτωση, όταν δεν γίνεται συνειδητό, όπως συμβαίνει στα φυτά και στα ζώα. Όταν όμως, στην περίπτωση των ανθρώπων, είναι και αναπόφευκτο και αναμενόμενο ότι θα συμβεί είναι τρομακτικό, και αποτελεί την κύρια αιτία για την τραγική ποιότητα της μοίρας του κάθε ανθρώπου.
Φυσικά, τα πάντα εξαρτώνται από τον τρόπο και τη γωνία που βλέπει κάποιος τα πράγματα. Αν δούμε την εξελικτική πορεία της φύσης μέσα από τα μάτια του νομπελίστα de Duve (Νόμπελ Ιατρικής 1974), όλοι οι οργανισμοί είναι μέρος μιας μεγάλης αλυσίδας εξελικτικών μηχανισμών που ξεκίνησαν από απλές χημικές ενώσεις στα βάθη των ωκεανών, φτάσανε τον κόσμο στο σημείο που τον γνωρίζουμε σήμερα και είναι άγνωστη η μορφή που θα πάρει η ζωή του πλανήτη στο μέλλον και το τι επιρροές θα ασκεί σε ομάδες ατόμων ή μεμονωμένα άτομα.
Σε κάθε γενιά, η φύση κατασκευάζει πολλούς απογόνους του κάθε είδους με ποικίλα χαρακτηριστικά: πολλές και διαφορετικές δυνατότητες ο καθένας, και από αυτούς αναπαράγονται μόνο οι ισχυρότεροι κάθε φορά, εξελίσσοντας έτσι τα είδη ζωής σε όλο και πολυπλοκότερες μορφές λειτουργίας. Για τον de Duve, τα κενά στη γνώση της εξέλιξης που υπάρχουν σήμερα, όπως το πώς ακριβώς από τις απλές χημικές ενώσεις στα βάθη των ωκεανών προέκυψε το πρώτο ευκαρυωτικό κύτταρο, είναι κάτι που στο μέλλον οπωσδήποτε θα ανακαλυφθεί, δεδομένων των επιτυχιών της επιστημονικής έρευνας και του μέλλοντος που αυτές δρομολόγησαν. Το πώς από εκεί φτάσαμε στον άνθρωπο είναι ένα απλό θέμα συμπτώσεων και ο άνθρωπος δεν είναι η κορυφή της έμβιας δημιουργίας, αλλά ένα απλό παρακλάδι του κλαδιού που επίσης γέννησε τους πίθηκους και τα ποντίκια.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Dawkins (βραβείο Kistler, 2001) που, μέσα από το καταπληκτικό του βιβλίο «Το Εγωιστικό Γονίδιο», μας δείχνει με ποιο τρόπο τα γονίδια των προγόνων μας χρησιμοποιούν τα σώματα μας προκειμένου να επιβιώσουν στο μέλλον στα σώματα των απογόνων μας. Για τον Dawkins ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε περισσότερο από φορέας – μέσο για την μετακίνηση και επιβίωση των γονιδίων. Η δήλωση αυτή μας θυμώνει μιας και η επιστήμη μας στέρησε όλη την ψευδαίσθηση μας για το ότι αποτελούμε κάτι το ξεχωριστό: από το Γαλιλαίο μάθαμε ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος, από το Δαρβίνο ότι προερχόμαστε από τους πίθηκους, από τον Φρόιντ ότι έχουμε και ασυνείδητες σκέψεις που δεν ελέγχουμε και από τον Dawkins ότι είμαστε απλά οχήματα και τροφείς γονιδίων.
Και ενώ η ροή της φύσης είναι τόσο απλή, δηλαδή ότι οι άνθρωποι όπως και όλα τα όντα όταν πεθαίνουν, απλά πεθαίνουν, δίνοντας τη θέση τους σε πιο εξελιγμένους απόγονους, οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει ένας ασύλληπτης έκτασης πολιτισμό για να αποδείξουν ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ακόμη και αν δεχτούμε το θάνατο ως γεγονός, λόγω του ότι δεν γνωρίζουμε πότε θα συμβεί, ζούμε ωσάν να μην συμβεί ποτέ. Ως όντα ζωντανά που είμαστε, στην πραγματικότητα δεν πιστεύουμε σ’ αυτόν, μολονότι είναι το πλέον βέβαιο πράγμα. Κανενός είδους θεραπεία δεν μπορεί να μας ελευθερώσει από την αγωνία αυτή του θανάτου, παρά μόνον η σταδιακή γενναία από μέρους μας προσέγγιση του, κάτι που ως στάση ζωής το μαθαίνουμε εξ αρχάς μιμούμενοι τους ανθρώπους που μας μεγαλώνουν (με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν την ανάλογη στάση) και απαιτείται να καλλιεργηθεί στη συνέχεια από το σχολείο και τον πολιτισμό της κοινωνίας μας.
Αν επιμείνουμε στην ιδέα της αθανασίας η μάχη είναι άνιση, μιας και οτιδήποτε και αν επινοήθηκε για να υποστηρίξει τη δυνατότητα του ανθρώπου στην αθανασία έχει προβληματική επιχειρηματολογία και στις περισσότερες περιπτώσεις διαψεύδεται από την πραγματικότητα. Ο άνθρωπος επιμένει να μην θέλει να αποδεχτεί, ούτε να υποφέρει και να υπομείνει χωρίς να προβάλει αντίσταση τον θάνατο. Και μόνο η αναφορά της συγκεκριμένης λέξης προκαλεί φόβο. Αφού με την ύπαρξη της συνείδησης του γίνεται γι’ αυτόν ο ίδιος το κέντρο του κόσμου και τόσο σπουδαίο όπως νομίζει πρόσωπο έναντι των υπολοίπων δημιουργημάτων της φύσης, η θνητότητα του καταργεί όλα τα προνόμια και τον υποβιβάζει στην ίδια μοίρα με το απλό στα ανθρώπινα μάτια, μα πολυσύνθετο μυρμηγκάκι.
Η διαχείριση του φόβου του θανάτου είναι και ο κύριος λόγος της ύπαρξης των θρησκειών. Αυτές ανέλαβαν να επινοήσουν εύληπτα σενάρια που θα αναφέρονται στην πολυπόθητη λύση του θανάτου, στην Αθανασία.
Γενικότερα, οι θρησκείες απαντούν με δύο τρόπους στο γεγονός του θανάτου: με την πίστη στη μετενσάρκωση, και την πίστη στη μεταθανάτια ζωή των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών.
Η πίστη στη μετενσάρκωση
Η συγκεκριμένη πίστη έχει μακραίωνη ιστορία. Η φιλοσοφική της βάση είναι απλή. Αφού όλα τα όντα πεθαίνουν, και από αυτό το θάνατο γεννιέται - προκύπτει κάτι άλλο, τότε τίποτε ουσιαστικά δεν πεθαίνει - ή καλύτερα δεν φθείρεται βαθμιαία έως το τέλος. Απλώς αλλάζει μορφή, γίνεται κάτι άλλο, και μετά από ένα διάστημα επανέρχεται εξελιγμένο για να μάθει καινούργια μαθήματα. Έτσι, το νεκρό φύλλο που πέφτει στο χώμα αποσυντίθεται, γίνεται τροφή για άλλα φυτά, και επανέρχεται στη νέα του μορφή ως εξάρτημα ενός νέου βλαστού. Υπάρχει λοιπόν αυτός ο «μυστικός κύκλος της ζωής» όπου όλα πεθαίνουν και ξαναγεννιόνται σε ένα αέναο κύκλο.
Η θεωρία της μετενσάρκωσης εμφανίζεται στα ανατολικά θρησκεύματα της Εγγύς και Άπω Ανατολής. Η αθανασία συνδέεται στενότερα με τη μετενσάρκωση, η οποία μεταγγίζεται από την Ασία στην Ευρώπη χάρη στη διαμεσολάβηση του αρχαιοελληνικού ορφισμού και των μυστηριακών θρησκειών.
Σύμφωνα με την πίστη της μετενσάρκωσης, οι αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις γίνονται για συγκεκριμένο λόγο. Για να μπορέσει η «ψυχή» να μάθει μέσα από αυτές όλα αυτά τα μαθήματα που θα την οδηγήσουν μία μέρα στη φώτιση. Τότε θα σταματήσει αυτός ο κουραστικός κύκλος των μετενσαρκώσεων, και η ψυχή όντας φωτισμένη θα απολαύσει τη γαλήνη της υπερκόσμιας κατάστασης. Οι ζωές επομένως νοούνται, ανάλογα με το επίπεδο, σαν σχολικές ή πανεπιστημιακές τάξεις, όπου αν κάποιος μέσα από τα βιώματα του δεν αποκτήσει την αναμενόμενη «σοφία», τότε απλώς θα χάσει χρόνο σε περιττές μετενσαρκώσεις.
Οι οπαδοί της πίστης και των θρησκειών που στηρίζονται στην πίστη της μετενσάρκωσης έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Δεν έχουν αγωνία για το θάνατο, αλλά μήτε και για τη ζωή. Για ποιο λόγο να φοβούνται το ότι θα πεθάνουν αφού θα ξαναγεννηθούν. Και για ποιο λόγο να βιαστούν να γνωρίσουν έναν άνθρωπο, αφού αν δεν τον γνωρίσουν σε αυτή τη ζωή θα το κάνουν σίγουρα σε μία από τις επόμενες 10 ή 20 ζωές που θα ζήσουν. Έτσι, ο θάνατος μετατρέπεται σε κάτι ευχάριστο, αφού τους απελευθερώνει από τα «δεσμά» του σώματος και τους «προάγει» στην επόμενη «τάξη», και γι’ αυτό το λόγο ντύνονται με άσπρα ρούχα καλοτυχίζοντας το νεκρό, με τη βεβαιότητα ότι θα τον δουν σύντομα σε ένα από τα επόμενα του «ταξίδια».
Συνεπώς οι πιστοί της μετενσάρκωσης, απελευθερωμένοι από υπαρξιακές αγωνίες, είναι χαρούμενοι και γεμάτοι ενέργεια. Και δεν βιάζονται… Άλλωστε έχουν άπειρο χρόνο μπροστά τους να καλύψουν όλες τους τις ανάγκες και να δημιουργήσουν όσες σχέσεις απαιτούνται μέχρι την ολοκλήρωση της εξέλιξης τους (φώτιση).
Βεβαίως η πίστη αυτή έχει και μειονεκτήματα. Η κοινωνική και οικονομική τους διεκδικητικότητα είναι σε εμβρυϊκό στάδιο. Η κοινωνική θέση στην οποία γεννιέται κάποιος είναι αυτή που του αξίζει σύμφωνα με την απόδοση που είχε στην προηγούμενη του ζωή. Αυτός είναι ο «νόμος του Κάρμα». Επομένως είναι μάταιο για ένα φτωχό να διεκδικήσει μία ανώτερη κοινωνική θέση ή μία νύφη από άλλη τάξη. Αυτά απλώς δεν του ανήκουν και αν ζήσει ως ένας καλός φτωχός μπορεί στην επόμενη ζωή να ανταμειφθεί με μία καλύτερη κοινωνική θέση, πιο δυνατό σώμα, ή πιο «κοφτερό» μυαλό. Μπορεί π.χ. στην επόμενη ζωή του να είναι ένας διάσημος αθλητής, ένας γιατρός ή ένας δικηγόρος.
Μιας και σε αυτές τις περιπτώσεις ο θάνατος είναι πολύ πιο επιθυμητός από τη ζωή, οι πιστοί «πεθαίνουν» καθημερινά με την άσκηση, επιχειρώντας να σκοτώσουν τις επιθυμίες και τον ζωντανό τους εαυτό για μιαν πιο εξελιγμένη, ανώτερη πνευματικά και κοινωνικά επόμενη ενσάρκωση.
Η πίστη στη μεταθανάτια ζωή
Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες όπως ο Χριστιανισμός και ο Ισλαμισμός. Οι συγκεκριμένες θρησκείες θεωρούν το θάνατο ως είσοδο σε μία άλλη πραγματικότητα και τη ζωή ως «διαγώνισμα» ηθικής συμπεριφοράς. Ο κάθε άνθρωπος έχει μόνο μία ζωή και επομένως μία ευκαιρία να αποδείξει την ηθική του ποιότητα, που θα τον τοποθετήσει «εκ δεξιών του Πατρός» ή θα τον ρίξει στα άδυτα και στα βασανιστήρια της Κόλασης. Οι λεπτομέρειες για το πώς υπάρχει η μετά – θάνατο ζωή είναι περιττές. Τουλάχιστον στο Χριστιανισμό, αφού κάποιος πιστέψει ότι ο Χριστός πέθανε και αναστήθηκε, πρέπει αυτόματα να ασπαστεί και το παραπάνω παράλογο σενάριο.
Η όλη αυτή πίστη στηρίχθηκε και από φιλοσόφους όπως ο Καντ, ενώ στη σύγχρονη εποχή το κάνει μεταξύ άλλων ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος. Σύμφωνα με τον Καντ «πρέπει να έχει ο άνθρωπος άφθαρτη ψυχή, για να υπάρξει μετά θάνατο η δυνατότητα να τιμηθεί ο καλός και να λογοδοτήσει ο κακός. Πρέπει να δικαιωθεί και να κριθεί ο βίος από ένα δίκαιο Θεό».
Για να μπορέσει κάποιος να πάρει τη θέση του κοντά στο Θεό, η οποία θέση παρουσιάζεται με ήσυχα λιβάδια, ελάφια και πουλάκια, θα πρέπει να «θυσιάσει» τη ζωή του – καθώς και τις αρχές και την αγάπη των άλλων, «… όποιος θέλει πίσω μου να έλθει, αφήνει πίσω του γονείς, σύζυγο, προηγούμενη ζωή.. (Ματθαίος 16: 24 «Τότε ο Ιησούς είπε τοις μαθηταίς αυτού• ει τις θέλει οπίσω μου ελ¬θείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.» ) στο όνομα του Θεού. Θα πρέπει να γυρίζει το άλλο μάγουλο όταν τον χτυπούνε, να είναι ταπεινός και σεμνός, να εκκλησιάζεται και να μετέχει των ιερών μυστηρίων ( θεία κοινωνία, εξομολόγηση π.χ.) συχνά, να δίνει στους φτωχούς από το υστέρημα του, να μην ασχημονεί, προκαλεί, ξεφεύγει και αναστατώνεται ποτέ, να τηρεί όλα τα έθιμα και τις νηστείες, να διαπαιδαγωγεί τα παιδιά του με τις αρχές της θρησκείας. Επίσης να μη διαλύει το γάμο του ακόμη και αν ζει μία κόλαση, εκτός των πολύ σοβαρών μορφών δυσλειτουργίας (π.χ. απειλή φόνου), να μην κάνει εκτρώσεις και ευθανασία, να θεωρεί τις διαφορετικές σεξουαλικές επιλογές (π.χ. ομοφυλοφιλία) ως ασθένειες, να μη δέχεται τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου ως αληθή αλλά μόνο τη Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης (πρόσφατα αυτό άλλαξε αλλά ακόμη δεν έχει γίνει αποδεκτό παγκοσμίως), να πιστεύει ότι το Άγιο Φως υπάρχει και ανάβει κάθε χρόνο μόνο στους Χριστιανούς Ορθόδοξους, να θεωρεί ότι θαύματα κάνει μόνο η θρησκεία του και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν συμβαίνουν ανεξήγητες ιάσεις, να προσκυνά «ιερά οστά», οι μοναχοί και οι μοναχές στο Χριστιανισμό να δηλώνουν ότι «νυμφεύτηκαν το Χριστό» κ.α. Αν τα κάνει όλα αυτά και κριθεί ως άξιος, θα πάρει για ανταμοιβή του μια θέση στην «αιώνια ζωή» κοντά στον Πατέρα – Θεό.
Οι εκπρόσωποι αυτών των θρησκειών δεν μπορούν να εξηγήσουν σύμφωνα με την ανωτέρω θεωρία το γιατί συμβαίνουν πολλά ακατανόητα γι’ αυτούς, καθώς και για τους άλλους, όσους παραμένουν ακούσια στην ημιμάθεια ή την αμάθεια από τους κρατούντες, γεγονότα. Τα αναμάρτητα βρέφη που πεθαίνουν από αιφνίδιο θάνατο, τα αθώα παιδιά που σκοτώνονται σε πολέμους, οι άνθρωποι που πεθαίνουν από λιμούς ή AIDS στην Αφρική, οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί από σεισμούς και φυσικές καταστροφές ή οι δεκάδες νεκροί από πτώση αεροπλάνου όπου δεν ήταν όλοι «αμαρτωλοί». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως η απάντηση είναι ότι «ο Θεός γνωρίζει και να έχεις εμπιστοσύνη στο σχέδιο του» ή «ο καρκίνος και το AIDS έχουν σώσει πολλές ψυχές από το διάβολο» και άλλα τέτοια που απευθύνονται σ’ ευκολόπιστους αμαθείς.
Επίσης δεν μπορούν να απαντήσουν επαρκώς στο ερώτημα: ένας ιθαγενής ενός νησιού στον Ειρηνικό, που δεν έχει διδαχτεί ποτέ τη συγκεκριμένη θρησκεία και παρ’ όλ’ αυτά είναι αγαθός και φιλεύσπλαχνος άνθρωπος, θα πάει στον Παράδεισο ή στην Κόλαση ή Πουθενά. Επίσης αν οι ηθικοί κώδικες δύο θρησκειών είναι αντίθετες, και ένας πιστός που ζει εφαρμόζοντας τους ηθικούς κώδικες της δικής του θρησκείας πρέπει να ανταμειφθεί, ενώ σύμφωνα με την άλλη θρησκεία πρέπει να τιμωρηθεί, τί τελικά θα γίνει. Με δεδομένο ότι όλες οι θρησκείες κηρύττουν ότι είναι «οι αληθινές», ποια και με ποια κριτήρια είναι η αληθινή και πώς αποδείχνεται η υπεροχή της;
Αλλά το πιο παράδοξο των μονοθεϊστικών θρησκειών είναι η σχέση με το γεγονός του θανάτου και της θνητότητας. Σύμφωνα με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό […όταν ο Θεός αποφάσισε να δώσει ζωή στον άνθρωπο και να τον καταστήσει κορωνίδα της δημιουργίας, σίγουρα είχε μεγάλα σχέδια γι΄ αυτόν. Απόδειξη ότι δεν χρησιμοποίησε απλά και μόνο ένα υλικό στοιχείο για τη δημιουργία του αλλά κι ένα «κομμάτι του εαυτού Του». Η Γένεσις μας δίνει πολύ παραστατικά την εικόνα αυτή: «και έπλασεν ο Θεός τον Άνθρωπον χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις τον πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Το δώρο της ζωής δόθηκε στον άνθρωπο ακέραιο, χωρίς μικρότητες και υπολογισμούς. Ο Θεός που δημιούργησε τέλεια όλα τα πλάσματά του, έδωσε στον άνθρωπο την αθανασία και την αιωνιότητα (ανάλογα παραδείγματα συναντούμε και στην Αρχαία Ελλάδα όπως ο Τιθωνός, που κατά την ελληνική μυθολογία ήταν γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς• τον αγάπησε η Ηώ και οι θεοί του χάρισαν την αθανασία αλλά όχι και την αιώνια νεότητα). Και όσο ο άνθρωπος εκπληρούσε το σκοπό για τον οποίο τάχτηκε απ΄ τον Δημιουργό του, μπορούσε ν΄ απολαμβάνει όλα τ΄ αγαθά που είχαν φτιαχτεί γι΄ αυτόν]. Επίσης «όπως λέει η Παλαιά διαθήκη, και συγκεκριμμένα ο Σοφός Σολομώντας, εξαιτίας της αμαρτίας ήρθε ο θάνατος στο κόσμο. «Φθόνω (φθόνος αντίθετο της αφθονίας, η οποία είναι η πληθώρα αγαθών που επιτυγχάνεται όταν δε φωλιάζει μέσα φθόνος) διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» λέει χαρακτηριστικά. Αλλά και ο απ. Παύλος λέει ότι «δι’ ενός ανθρώπου (του Αδάμ) η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος». Δηλαδή εξαιτίας ενός ανθρώπου, του Αδάμ, ήρθε η αμαρτία και ο θάνατος.
Επομένως ο θάνατος δεν είναι αποτέλεσμα του Θεού αλλά αποτέλεσμα της αποστασίας από το Θεό και τις εντολές που Αυτός έδωσε. Αν ο άνθρωπος έμενε όπως δημιουργήθηκε από το Θεό, σίγουρα δεν θα πέθαινε. Και όπως λέει ο Μ. Βασίλειος – και η γνώμη του εκφράζει ολόκληρη την Πατερική Παράδοση – «ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα». Δηλαδή δεν έφερε ο Θεός τον θάνατο αλλά εμείς με τα έργα της αμαρτίας μας τον φέραμε στο κόσμο».
Για τους πιστούς των μονοθεϊστικών θρησκειών, ο θάνατος δεν υπάρχει, με κάποιο τρόπο καταργείται. Ειδικότερα στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν αλλά «κοιμούνται». Κοιμούνται για χρόνια ή και αιώνες στα «κοιμητήρια» γι’ αυτό και διατηρούνται τα οστά τους. Σύμφωνα με την παράδοση, που με την πάροδο των αιώνων μετεξελίσσεται σε πίστη, θα έρθει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, όπου όλοι οι νεκροί θα σηκωθούν από τους τάφους όπου κοιμόντουσαν, θα κριθούν από το Χριστό για την ηθική ποιότητα της ζωής τους και ο καθένας θα πάρει τη θέση που του αξίζει.
Ανάλογες ιδέες συναντούμε στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία από όπου οι μονοθεϊστικές θρησκείες ενδεχομένως υιοθέτησαν ως ένα βαθμό. Για παράδειγμα, στη Νέκυια ούτε επανένωση των αγαπημένων υπάρχει, ούτε διαφαίνεται λυτρωμός ή διέξοδος για τις βασανισμένες ψυχές. Όλοι οι νεκροί της Νέκυιας, οι ωραίοι νέες και νέοι, οι πολύπαθοι γέροντες, οι απαλές παρθένες και οι ανδρειωμένοι πολεμιστές, όλοι τους περιφέρονται αιώνια, σκιές χωρίς καμιά ελπίδα. Ο ίδιος ο Αχιλλέας προτιμά να βλέπει το φως του ήλιου δούλος, παρά να κυβερνά στον Αδη (ΤΟ ΒΗΜΑ, Κάθοδος στον Αδη και ομηρική Νέκυια, Γ. Γιατρομανωλάκης, 08-04-2007).
Το "Κατάπλους ή Τύραννος" είναι ένας διάλογος του Λουκιανού που διαδραματίζεται στον κάτω κόσμο. Στην όχθη της Αχερουσίας λίμνης ο Χάροντας και η Κλωθώ υποδέχονται τον Ερμή, που φέρνει, μεταξύ άλλων, τρεις νεκρούς οι οποίοι συμμετέχουν στον διάλογο εκφράζοντας τρεις διαφορετικές θεωρήσεις της ζωής και του θανάτου: τον κυνικό φιλόσοφο Κυνίσκο, τον πλούσιο τύραννο Μεγαπένθη και τον φτωχό τσαγκάρη Μίκυλλο. Στο "Μένιππος ή Νεκυομαντεία" ο Λουκιανός ασχολείται με την κατάβαση του κυνικού φιλοσόφου Μενίππου στον κάτω κόσμο. Ο Μένιππος αποφασίζει να κατεβεί στον κάτω κόσμο για να ρωτήσει τον μάντη Τειρεσία ποιος είναι ο άριστος βίος τον οποίο θα πρέπει να επιλέγει κάθε συνετός άνθρωπος. Στους Νεκρικούς διαλόγους Ο Λουκιανός καυτηριάζει πρωτότυπα και ευρηματικά μύθους, κοινωνικά φαινόμενα, ανθρώπινες αδυναμίες και τους δογματισμούς των ανθρώπων του πνεύματος της εποχής. Στο απόσπασμα των Νεκρικών Διαλόγων του ο Μένιππος στέκεται κριτικά απέναντι στις μυθικές δοξασίες που σχετίζονταν με τον Άδη και τους νεκρούς (2.2.6) και αντιπαραθέτει σε αυτές τις αξίες που υποστήριζαν οι κυνικοί φιλόσοφοι. Ο Λουκιανός, -φιλικά προσκείμενος στη στάση ζωής των κυνικών φιλοσόφων- δια στόματος Μενίππου, αρνείται τη χρησιμότητα των υλικών αγαθών στη ζωή (2.1.6, 2.3.6-11), εκφράζεται με απάθεια για το σοβαρό ζήτημα της μεταθανάτιας ζωής (2.2.6, 2.3.6-7), απαξιώνει τους μύθους (2.1.10), υποδεικνύει το πρόσκαιρο και το μάταιο της ευτυχίας στη ζωή και καταδεικνύει την ισότητα όλων των ανθρώπων στον θάνατο(2.2.3, 2.2.6, 2.2.8-10). Με έντονο κυνικό χρώμα ο διάλογός του θέτει στο στόχαστρο τις καθιερωμένες λαϊκές δοξασίες, τονίζει το αναπόδραστο του θανάτου (2.3.13-14) -εξίσου για πλούσιους και φτωχούς- και με την προσθήκη του κωμικού στοιχείου προκαλεί γέλιο και απαλύνει τη θλιβερή ατμόσφαιρα του κάτω κόσμου (Lesky, Ιστορία Αρχ. Ελλ. Λογοτεχνίας, σ.σ. 1148-1150).
Η ιδέα της ανάστασης των νεκρών αναγκάζει τους Χριστιανούς να αντιτίθενται στην καύση των νεκρών, γιατί χωρίς τα οστά δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι οι νεκροί «κοιμούνται». Αυτή η κατάσταση των ζωντανών στον τάφο που «κοιμούνται» έχει πυροδοτήσει τις αμέτρητες ιστορίες για «ζωντανές ψυχές», φαντάσματα, ζόμπι κ.α
Συμπερασματικά, οι οπαδοί αυτής την πίστης και αυτών των θρησκειών α) δεν αποδέχονται το θάνατο και β) στρέφονται ή καταφεύγουν στις θρησκείες τους προκειμένου να μάθουν τους κανόνες εκείνους που αν τους εφαρμόσουν «θα σωθούν», θα επιβραβευτούν με μία καλή μετα – θανάτια ζωή. Για το λόγο αυτό και οι θρησκείες έχουν τεράστια δύναμη, αφού μετά από συναντήσεις και συνόδους αποφασίζουν για λογαριασμό των πιστών τι είναι αμαρτία και τι ορθή συμπεριφορά, βγάζουν δηλαδή δόγματα, κάτι παραπλήσιο με τα αξιώματα των μαθηματικών. Π.χ. το αν η ομοφυλοφιλία ή η ευθανασία είναι κάτι ορθό θα το αποφασίσει η εκάστοτε θρησκεία. Όσο οι πιστοί δέχονται τη μετα – θανάτια κρίση τόσο και παραμένουν εξαρτημένοι από τις αποφάσεις των θρησκευτικών τους ηγετών ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ζουν. Η ζωή τους μπορεί πολύ εύκολα να «σπαταληθεί» προσπαθώντας να μείνουν στα όρια της «ηθικής», που έχει χαραχθεί από την εκάστοτε θρησκευτική ηγεσία της πίστης τους.
Είναι τέλος αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν παραδέχονται τη μετενσάρκωση - διαιώνιση /κληροδότηση σωματικών και ψυχικών και πνευματικών «χαρισμάτων», αφού έτσι θα καταργούνταν ο ρόλος του Χριστού ως κριτή, την κάνουν πράξη με έμμεσο τρόπο μέσω της ονομάτισης των μικρών παιδιών. Τα μικρά παιδιά παίρνουν συνήθως το όνομα του παππού ή της γιαγιάς και φυσικά και το επίθετο τους. Σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει ένα αγόρι να έχει το όνομα και το επίθετο του παππού του ή ένα κορίτσι της γιαγιάς του. Το γεγονός ότι ο παππούς χαίρεται που «ακούει» το όνομα του είναι βέβαιο ότι έχει μεγάλη σχέση με την νίκη του δικού του θανάτου, αφού ένας μικρός άνθρωπος με το όνομα του μόλις ξεκινά να ζει και συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε - συχνά λέμε ότι τρέφει ελπίδες ότι θα κάνει όσα δεν έκανε ο παππούς ή ο πατέρας. Εμμέσως λοιπόν ο παππούς μετενσαρκώνεται.
Αυτή η έμμεση μετενσάρκωση χρησιμοποιείται αρκετά και στην ψυχοθεραπεία (ψυχανάλυση και οικογενειακή θεραπεία) και δίνει πολύ καλά αποτελέσματα. Μέσω της χρήσης οικογενειογραμμάτων (σχήμα της οικογένειας για τρεις ή περισσότερες γενιές) αντλούνται πληροφορίες για τον ψυχοθεραπευόμενο από το όνομα του και τα άτομα της οικογενείας που είναι συνονόματοι (συνήθως παππούς, γιαγιά ή κάποιο εκλιπόν πρόσωπο). Το υλικό συνήθως αποκαλύπτει πολλά, μιας και μαζί με το όνομα κληρονομούνται και χαρακτηρολογικές ιδιότητες.
Φυσικά, τα πάντα εξαρτώνται από τον τρόπο και τη γωνία που βλέπει κάποιος τα πράγματα. Αν δούμε την εξελικτική πορεία της φύσης μέσα από τα μάτια του νομπελίστα de Duve (Νόμπελ Ιατρικής 1974), όλοι οι οργανισμοί είναι μέρος μιας μεγάλης αλυσίδας εξελικτικών μηχανισμών που ξεκίνησαν από απλές χημικές ενώσεις στα βάθη των ωκεανών, φτάσανε τον κόσμο στο σημείο που τον γνωρίζουμε σήμερα και είναι άγνωστη η μορφή που θα πάρει η ζωή του πλανήτη στο μέλλον και το τι επιρροές θα ασκεί σε ομάδες ατόμων ή μεμονωμένα άτομα.
Σε κάθε γενιά, η φύση κατασκευάζει πολλούς απογόνους του κάθε είδους με ποικίλα χαρακτηριστικά: πολλές και διαφορετικές δυνατότητες ο καθένας, και από αυτούς αναπαράγονται μόνο οι ισχυρότεροι κάθε φορά, εξελίσσοντας έτσι τα είδη ζωής σε όλο και πολυπλοκότερες μορφές λειτουργίας. Για τον de Duve, τα κενά στη γνώση της εξέλιξης που υπάρχουν σήμερα, όπως το πώς ακριβώς από τις απλές χημικές ενώσεις στα βάθη των ωκεανών προέκυψε το πρώτο ευκαρυωτικό κύτταρο, είναι κάτι που στο μέλλον οπωσδήποτε θα ανακαλυφθεί, δεδομένων των επιτυχιών της επιστημονικής έρευνας και του μέλλοντος που αυτές δρομολόγησαν. Το πώς από εκεί φτάσαμε στον άνθρωπο είναι ένα απλό θέμα συμπτώσεων και ο άνθρωπος δεν είναι η κορυφή της έμβιας δημιουργίας, αλλά ένα απλό παρακλάδι του κλαδιού που επίσης γέννησε τους πίθηκους και τα ποντίκια.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Dawkins (βραβείο Kistler, 2001) που, μέσα από το καταπληκτικό του βιβλίο «Το Εγωιστικό Γονίδιο», μας δείχνει με ποιο τρόπο τα γονίδια των προγόνων μας χρησιμοποιούν τα σώματα μας προκειμένου να επιβιώσουν στο μέλλον στα σώματα των απογόνων μας. Για τον Dawkins ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε περισσότερο από φορέας – μέσο για την μετακίνηση και επιβίωση των γονιδίων. Η δήλωση αυτή μας θυμώνει μιας και η επιστήμη μας στέρησε όλη την ψευδαίσθηση μας για το ότι αποτελούμε κάτι το ξεχωριστό: από το Γαλιλαίο μάθαμε ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος, από το Δαρβίνο ότι προερχόμαστε από τους πίθηκους, από τον Φρόιντ ότι έχουμε και ασυνείδητες σκέψεις που δεν ελέγχουμε και από τον Dawkins ότι είμαστε απλά οχήματα και τροφείς γονιδίων.
Και ενώ η ροή της φύσης είναι τόσο απλή, δηλαδή ότι οι άνθρωποι όπως και όλα τα όντα όταν πεθαίνουν, απλά πεθαίνουν, δίνοντας τη θέση τους σε πιο εξελιγμένους απόγονους, οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει ένας ασύλληπτης έκτασης πολιτισμό για να αποδείξουν ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ακόμη και αν δεχτούμε το θάνατο ως γεγονός, λόγω του ότι δεν γνωρίζουμε πότε θα συμβεί, ζούμε ωσάν να μην συμβεί ποτέ. Ως όντα ζωντανά που είμαστε, στην πραγματικότητα δεν πιστεύουμε σ’ αυτόν, μολονότι είναι το πλέον βέβαιο πράγμα. Κανενός είδους θεραπεία δεν μπορεί να μας ελευθερώσει από την αγωνία αυτή του θανάτου, παρά μόνον η σταδιακή γενναία από μέρους μας προσέγγιση του, κάτι που ως στάση ζωής το μαθαίνουμε εξ αρχάς μιμούμενοι τους ανθρώπους που μας μεγαλώνουν (με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν την ανάλογη στάση) και απαιτείται να καλλιεργηθεί στη συνέχεια από το σχολείο και τον πολιτισμό της κοινωνίας μας.
Αν επιμείνουμε στην ιδέα της αθανασίας η μάχη είναι άνιση, μιας και οτιδήποτε και αν επινοήθηκε για να υποστηρίξει τη δυνατότητα του ανθρώπου στην αθανασία έχει προβληματική επιχειρηματολογία και στις περισσότερες περιπτώσεις διαψεύδεται από την πραγματικότητα. Ο άνθρωπος επιμένει να μην θέλει να αποδεχτεί, ούτε να υποφέρει και να υπομείνει χωρίς να προβάλει αντίσταση τον θάνατο. Και μόνο η αναφορά της συγκεκριμένης λέξης προκαλεί φόβο. Αφού με την ύπαρξη της συνείδησης του γίνεται γι’ αυτόν ο ίδιος το κέντρο του κόσμου και τόσο σπουδαίο όπως νομίζει πρόσωπο έναντι των υπολοίπων δημιουργημάτων της φύσης, η θνητότητα του καταργεί όλα τα προνόμια και τον υποβιβάζει στην ίδια μοίρα με το απλό στα ανθρώπινα μάτια, μα πολυσύνθετο μυρμηγκάκι.
Η διαχείριση του φόβου του θανάτου είναι και ο κύριος λόγος της ύπαρξης των θρησκειών. Αυτές ανέλαβαν να επινοήσουν εύληπτα σενάρια που θα αναφέρονται στην πολυπόθητη λύση του θανάτου, στην Αθανασία.
Γενικότερα, οι θρησκείες απαντούν με δύο τρόπους στο γεγονός του θανάτου: με την πίστη στη μετενσάρκωση, και την πίστη στη μεταθανάτια ζωή των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών.
Η πίστη στη μετενσάρκωση
Η συγκεκριμένη πίστη έχει μακραίωνη ιστορία. Η φιλοσοφική της βάση είναι απλή. Αφού όλα τα όντα πεθαίνουν, και από αυτό το θάνατο γεννιέται - προκύπτει κάτι άλλο, τότε τίποτε ουσιαστικά δεν πεθαίνει - ή καλύτερα δεν φθείρεται βαθμιαία έως το τέλος. Απλώς αλλάζει μορφή, γίνεται κάτι άλλο, και μετά από ένα διάστημα επανέρχεται εξελιγμένο για να μάθει καινούργια μαθήματα. Έτσι, το νεκρό φύλλο που πέφτει στο χώμα αποσυντίθεται, γίνεται τροφή για άλλα φυτά, και επανέρχεται στη νέα του μορφή ως εξάρτημα ενός νέου βλαστού. Υπάρχει λοιπόν αυτός ο «μυστικός κύκλος της ζωής» όπου όλα πεθαίνουν και ξαναγεννιόνται σε ένα αέναο κύκλο.
Η θεωρία της μετενσάρκωσης εμφανίζεται στα ανατολικά θρησκεύματα της Εγγύς και Άπω Ανατολής. Η αθανασία συνδέεται στενότερα με τη μετενσάρκωση, η οποία μεταγγίζεται από την Ασία στην Ευρώπη χάρη στη διαμεσολάβηση του αρχαιοελληνικού ορφισμού και των μυστηριακών θρησκειών.
Σύμφωνα με την πίστη της μετενσάρκωσης, οι αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις γίνονται για συγκεκριμένο λόγο. Για να μπορέσει η «ψυχή» να μάθει μέσα από αυτές όλα αυτά τα μαθήματα που θα την οδηγήσουν μία μέρα στη φώτιση. Τότε θα σταματήσει αυτός ο κουραστικός κύκλος των μετενσαρκώσεων, και η ψυχή όντας φωτισμένη θα απολαύσει τη γαλήνη της υπερκόσμιας κατάστασης. Οι ζωές επομένως νοούνται, ανάλογα με το επίπεδο, σαν σχολικές ή πανεπιστημιακές τάξεις, όπου αν κάποιος μέσα από τα βιώματα του δεν αποκτήσει την αναμενόμενη «σοφία», τότε απλώς θα χάσει χρόνο σε περιττές μετενσαρκώσεις.
Οι οπαδοί της πίστης και των θρησκειών που στηρίζονται στην πίστη της μετενσάρκωσης έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Δεν έχουν αγωνία για το θάνατο, αλλά μήτε και για τη ζωή. Για ποιο λόγο να φοβούνται το ότι θα πεθάνουν αφού θα ξαναγεννηθούν. Και για ποιο λόγο να βιαστούν να γνωρίσουν έναν άνθρωπο, αφού αν δεν τον γνωρίσουν σε αυτή τη ζωή θα το κάνουν σίγουρα σε μία από τις επόμενες 10 ή 20 ζωές που θα ζήσουν. Έτσι, ο θάνατος μετατρέπεται σε κάτι ευχάριστο, αφού τους απελευθερώνει από τα «δεσμά» του σώματος και τους «προάγει» στην επόμενη «τάξη», και γι’ αυτό το λόγο ντύνονται με άσπρα ρούχα καλοτυχίζοντας το νεκρό, με τη βεβαιότητα ότι θα τον δουν σύντομα σε ένα από τα επόμενα του «ταξίδια».
Συνεπώς οι πιστοί της μετενσάρκωσης, απελευθερωμένοι από υπαρξιακές αγωνίες, είναι χαρούμενοι και γεμάτοι ενέργεια. Και δεν βιάζονται… Άλλωστε έχουν άπειρο χρόνο μπροστά τους να καλύψουν όλες τους τις ανάγκες και να δημιουργήσουν όσες σχέσεις απαιτούνται μέχρι την ολοκλήρωση της εξέλιξης τους (φώτιση).
Βεβαίως η πίστη αυτή έχει και μειονεκτήματα. Η κοινωνική και οικονομική τους διεκδικητικότητα είναι σε εμβρυϊκό στάδιο. Η κοινωνική θέση στην οποία γεννιέται κάποιος είναι αυτή που του αξίζει σύμφωνα με την απόδοση που είχε στην προηγούμενη του ζωή. Αυτός είναι ο «νόμος του Κάρμα». Επομένως είναι μάταιο για ένα φτωχό να διεκδικήσει μία ανώτερη κοινωνική θέση ή μία νύφη από άλλη τάξη. Αυτά απλώς δεν του ανήκουν και αν ζήσει ως ένας καλός φτωχός μπορεί στην επόμενη ζωή να ανταμειφθεί με μία καλύτερη κοινωνική θέση, πιο δυνατό σώμα, ή πιο «κοφτερό» μυαλό. Μπορεί π.χ. στην επόμενη ζωή του να είναι ένας διάσημος αθλητής, ένας γιατρός ή ένας δικηγόρος.
Μιας και σε αυτές τις περιπτώσεις ο θάνατος είναι πολύ πιο επιθυμητός από τη ζωή, οι πιστοί «πεθαίνουν» καθημερινά με την άσκηση, επιχειρώντας να σκοτώσουν τις επιθυμίες και τον ζωντανό τους εαυτό για μιαν πιο εξελιγμένη, ανώτερη πνευματικά και κοινωνικά επόμενη ενσάρκωση.
Η πίστη στη μεταθανάτια ζωή
Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες όπως ο Χριστιανισμός και ο Ισλαμισμός. Οι συγκεκριμένες θρησκείες θεωρούν το θάνατο ως είσοδο σε μία άλλη πραγματικότητα και τη ζωή ως «διαγώνισμα» ηθικής συμπεριφοράς. Ο κάθε άνθρωπος έχει μόνο μία ζωή και επομένως μία ευκαιρία να αποδείξει την ηθική του ποιότητα, που θα τον τοποθετήσει «εκ δεξιών του Πατρός» ή θα τον ρίξει στα άδυτα και στα βασανιστήρια της Κόλασης. Οι λεπτομέρειες για το πώς υπάρχει η μετά – θάνατο ζωή είναι περιττές. Τουλάχιστον στο Χριστιανισμό, αφού κάποιος πιστέψει ότι ο Χριστός πέθανε και αναστήθηκε, πρέπει αυτόματα να ασπαστεί και το παραπάνω παράλογο σενάριο.
Η όλη αυτή πίστη στηρίχθηκε και από φιλοσόφους όπως ο Καντ, ενώ στη σύγχρονη εποχή το κάνει μεταξύ άλλων ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος. Σύμφωνα με τον Καντ «πρέπει να έχει ο άνθρωπος άφθαρτη ψυχή, για να υπάρξει μετά θάνατο η δυνατότητα να τιμηθεί ο καλός και να λογοδοτήσει ο κακός. Πρέπει να δικαιωθεί και να κριθεί ο βίος από ένα δίκαιο Θεό».
Για να μπορέσει κάποιος να πάρει τη θέση του κοντά στο Θεό, η οποία θέση παρουσιάζεται με ήσυχα λιβάδια, ελάφια και πουλάκια, θα πρέπει να «θυσιάσει» τη ζωή του – καθώς και τις αρχές και την αγάπη των άλλων, «… όποιος θέλει πίσω μου να έλθει, αφήνει πίσω του γονείς, σύζυγο, προηγούμενη ζωή.. (Ματθαίος 16: 24 «Τότε ο Ιησούς είπε τοις μαθηταίς αυτού• ει τις θέλει οπίσω μου ελ¬θείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.» ) στο όνομα του Θεού. Θα πρέπει να γυρίζει το άλλο μάγουλο όταν τον χτυπούνε, να είναι ταπεινός και σεμνός, να εκκλησιάζεται και να μετέχει των ιερών μυστηρίων ( θεία κοινωνία, εξομολόγηση π.χ.) συχνά, να δίνει στους φτωχούς από το υστέρημα του, να μην ασχημονεί, προκαλεί, ξεφεύγει και αναστατώνεται ποτέ, να τηρεί όλα τα έθιμα και τις νηστείες, να διαπαιδαγωγεί τα παιδιά του με τις αρχές της θρησκείας. Επίσης να μη διαλύει το γάμο του ακόμη και αν ζει μία κόλαση, εκτός των πολύ σοβαρών μορφών δυσλειτουργίας (π.χ. απειλή φόνου), να μην κάνει εκτρώσεις και ευθανασία, να θεωρεί τις διαφορετικές σεξουαλικές επιλογές (π.χ. ομοφυλοφιλία) ως ασθένειες, να μη δέχεται τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου ως αληθή αλλά μόνο τη Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης (πρόσφατα αυτό άλλαξε αλλά ακόμη δεν έχει γίνει αποδεκτό παγκοσμίως), να πιστεύει ότι το Άγιο Φως υπάρχει και ανάβει κάθε χρόνο μόνο στους Χριστιανούς Ορθόδοξους, να θεωρεί ότι θαύματα κάνει μόνο η θρησκεία του και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν συμβαίνουν ανεξήγητες ιάσεις, να προσκυνά «ιερά οστά», οι μοναχοί και οι μοναχές στο Χριστιανισμό να δηλώνουν ότι «νυμφεύτηκαν το Χριστό» κ.α. Αν τα κάνει όλα αυτά και κριθεί ως άξιος, θα πάρει για ανταμοιβή του μια θέση στην «αιώνια ζωή» κοντά στον Πατέρα – Θεό.
Οι εκπρόσωποι αυτών των θρησκειών δεν μπορούν να εξηγήσουν σύμφωνα με την ανωτέρω θεωρία το γιατί συμβαίνουν πολλά ακατανόητα γι’ αυτούς, καθώς και για τους άλλους, όσους παραμένουν ακούσια στην ημιμάθεια ή την αμάθεια από τους κρατούντες, γεγονότα. Τα αναμάρτητα βρέφη που πεθαίνουν από αιφνίδιο θάνατο, τα αθώα παιδιά που σκοτώνονται σε πολέμους, οι άνθρωποι που πεθαίνουν από λιμούς ή AIDS στην Αφρική, οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί από σεισμούς και φυσικές καταστροφές ή οι δεκάδες νεκροί από πτώση αεροπλάνου όπου δεν ήταν όλοι «αμαρτωλοί». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως η απάντηση είναι ότι «ο Θεός γνωρίζει και να έχεις εμπιστοσύνη στο σχέδιο του» ή «ο καρκίνος και το AIDS έχουν σώσει πολλές ψυχές από το διάβολο» και άλλα τέτοια που απευθύνονται σ’ ευκολόπιστους αμαθείς.
Επίσης δεν μπορούν να απαντήσουν επαρκώς στο ερώτημα: ένας ιθαγενής ενός νησιού στον Ειρηνικό, που δεν έχει διδαχτεί ποτέ τη συγκεκριμένη θρησκεία και παρ’ όλ’ αυτά είναι αγαθός και φιλεύσπλαχνος άνθρωπος, θα πάει στον Παράδεισο ή στην Κόλαση ή Πουθενά. Επίσης αν οι ηθικοί κώδικες δύο θρησκειών είναι αντίθετες, και ένας πιστός που ζει εφαρμόζοντας τους ηθικούς κώδικες της δικής του θρησκείας πρέπει να ανταμειφθεί, ενώ σύμφωνα με την άλλη θρησκεία πρέπει να τιμωρηθεί, τί τελικά θα γίνει. Με δεδομένο ότι όλες οι θρησκείες κηρύττουν ότι είναι «οι αληθινές», ποια και με ποια κριτήρια είναι η αληθινή και πώς αποδείχνεται η υπεροχή της;
Αλλά το πιο παράδοξο των μονοθεϊστικών θρησκειών είναι η σχέση με το γεγονός του θανάτου και της θνητότητας. Σύμφωνα με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό […όταν ο Θεός αποφάσισε να δώσει ζωή στον άνθρωπο και να τον καταστήσει κορωνίδα της δημιουργίας, σίγουρα είχε μεγάλα σχέδια γι΄ αυτόν. Απόδειξη ότι δεν χρησιμοποίησε απλά και μόνο ένα υλικό στοιχείο για τη δημιουργία του αλλά κι ένα «κομμάτι του εαυτού Του». Η Γένεσις μας δίνει πολύ παραστατικά την εικόνα αυτή: «και έπλασεν ο Θεός τον Άνθρωπον χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις τον πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Το δώρο της ζωής δόθηκε στον άνθρωπο ακέραιο, χωρίς μικρότητες και υπολογισμούς. Ο Θεός που δημιούργησε τέλεια όλα τα πλάσματά του, έδωσε στον άνθρωπο την αθανασία και την αιωνιότητα (ανάλογα παραδείγματα συναντούμε και στην Αρχαία Ελλάδα όπως ο Τιθωνός, που κατά την ελληνική μυθολογία ήταν γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς• τον αγάπησε η Ηώ και οι θεοί του χάρισαν την αθανασία αλλά όχι και την αιώνια νεότητα). Και όσο ο άνθρωπος εκπληρούσε το σκοπό για τον οποίο τάχτηκε απ΄ τον Δημιουργό του, μπορούσε ν΄ απολαμβάνει όλα τ΄ αγαθά που είχαν φτιαχτεί γι΄ αυτόν]. Επίσης «όπως λέει η Παλαιά διαθήκη, και συγκεκριμμένα ο Σοφός Σολομώντας, εξαιτίας της αμαρτίας ήρθε ο θάνατος στο κόσμο. «Φθόνω (φθόνος αντίθετο της αφθονίας, η οποία είναι η πληθώρα αγαθών που επιτυγχάνεται όταν δε φωλιάζει μέσα φθόνος) διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» λέει χαρακτηριστικά. Αλλά και ο απ. Παύλος λέει ότι «δι’ ενός ανθρώπου (του Αδάμ) η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος». Δηλαδή εξαιτίας ενός ανθρώπου, του Αδάμ, ήρθε η αμαρτία και ο θάνατος.
Επομένως ο θάνατος δεν είναι αποτέλεσμα του Θεού αλλά αποτέλεσμα της αποστασίας από το Θεό και τις εντολές που Αυτός έδωσε. Αν ο άνθρωπος έμενε όπως δημιουργήθηκε από το Θεό, σίγουρα δεν θα πέθαινε. Και όπως λέει ο Μ. Βασίλειος – και η γνώμη του εκφράζει ολόκληρη την Πατερική Παράδοση – «ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα». Δηλαδή δεν έφερε ο Θεός τον θάνατο αλλά εμείς με τα έργα της αμαρτίας μας τον φέραμε στο κόσμο».
Για τους πιστούς των μονοθεϊστικών θρησκειών, ο θάνατος δεν υπάρχει, με κάποιο τρόπο καταργείται. Ειδικότερα στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν αλλά «κοιμούνται». Κοιμούνται για χρόνια ή και αιώνες στα «κοιμητήρια» γι’ αυτό και διατηρούνται τα οστά τους. Σύμφωνα με την παράδοση, που με την πάροδο των αιώνων μετεξελίσσεται σε πίστη, θα έρθει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, όπου όλοι οι νεκροί θα σηκωθούν από τους τάφους όπου κοιμόντουσαν, θα κριθούν από το Χριστό για την ηθική ποιότητα της ζωής τους και ο καθένας θα πάρει τη θέση που του αξίζει.
Ανάλογες ιδέες συναντούμε στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία από όπου οι μονοθεϊστικές θρησκείες ενδεχομένως υιοθέτησαν ως ένα βαθμό. Για παράδειγμα, στη Νέκυια ούτε επανένωση των αγαπημένων υπάρχει, ούτε διαφαίνεται λυτρωμός ή διέξοδος για τις βασανισμένες ψυχές. Όλοι οι νεκροί της Νέκυιας, οι ωραίοι νέες και νέοι, οι πολύπαθοι γέροντες, οι απαλές παρθένες και οι ανδρειωμένοι πολεμιστές, όλοι τους περιφέρονται αιώνια, σκιές χωρίς καμιά ελπίδα. Ο ίδιος ο Αχιλλέας προτιμά να βλέπει το φως του ήλιου δούλος, παρά να κυβερνά στον Αδη (ΤΟ ΒΗΜΑ, Κάθοδος στον Αδη και ομηρική Νέκυια, Γ. Γιατρομανωλάκης, 08-04-2007).
Το "Κατάπλους ή Τύραννος" είναι ένας διάλογος του Λουκιανού που διαδραματίζεται στον κάτω κόσμο. Στην όχθη της Αχερουσίας λίμνης ο Χάροντας και η Κλωθώ υποδέχονται τον Ερμή, που φέρνει, μεταξύ άλλων, τρεις νεκρούς οι οποίοι συμμετέχουν στον διάλογο εκφράζοντας τρεις διαφορετικές θεωρήσεις της ζωής και του θανάτου: τον κυνικό φιλόσοφο Κυνίσκο, τον πλούσιο τύραννο Μεγαπένθη και τον φτωχό τσαγκάρη Μίκυλλο. Στο "Μένιππος ή Νεκυομαντεία" ο Λουκιανός ασχολείται με την κατάβαση του κυνικού φιλοσόφου Μενίππου στον κάτω κόσμο. Ο Μένιππος αποφασίζει να κατεβεί στον κάτω κόσμο για να ρωτήσει τον μάντη Τειρεσία ποιος είναι ο άριστος βίος τον οποίο θα πρέπει να επιλέγει κάθε συνετός άνθρωπος. Στους Νεκρικούς διαλόγους Ο Λουκιανός καυτηριάζει πρωτότυπα και ευρηματικά μύθους, κοινωνικά φαινόμενα, ανθρώπινες αδυναμίες και τους δογματισμούς των ανθρώπων του πνεύματος της εποχής. Στο απόσπασμα των Νεκρικών Διαλόγων του ο Μένιππος στέκεται κριτικά απέναντι στις μυθικές δοξασίες που σχετίζονταν με τον Άδη και τους νεκρούς (2.2.6) και αντιπαραθέτει σε αυτές τις αξίες που υποστήριζαν οι κυνικοί φιλόσοφοι. Ο Λουκιανός, -φιλικά προσκείμενος στη στάση ζωής των κυνικών φιλοσόφων- δια στόματος Μενίππου, αρνείται τη χρησιμότητα των υλικών αγαθών στη ζωή (2.1.6, 2.3.6-11), εκφράζεται με απάθεια για το σοβαρό ζήτημα της μεταθανάτιας ζωής (2.2.6, 2.3.6-7), απαξιώνει τους μύθους (2.1.10), υποδεικνύει το πρόσκαιρο και το μάταιο της ευτυχίας στη ζωή και καταδεικνύει την ισότητα όλων των ανθρώπων στον θάνατο(2.2.3, 2.2.6, 2.2.8-10). Με έντονο κυνικό χρώμα ο διάλογός του θέτει στο στόχαστρο τις καθιερωμένες λαϊκές δοξασίες, τονίζει το αναπόδραστο του θανάτου (2.3.13-14) -εξίσου για πλούσιους και φτωχούς- και με την προσθήκη του κωμικού στοιχείου προκαλεί γέλιο και απαλύνει τη θλιβερή ατμόσφαιρα του κάτω κόσμου (Lesky, Ιστορία Αρχ. Ελλ. Λογοτεχνίας, σ.σ. 1148-1150).
Η ιδέα της ανάστασης των νεκρών αναγκάζει τους Χριστιανούς να αντιτίθενται στην καύση των νεκρών, γιατί χωρίς τα οστά δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι οι νεκροί «κοιμούνται». Αυτή η κατάσταση των ζωντανών στον τάφο που «κοιμούνται» έχει πυροδοτήσει τις αμέτρητες ιστορίες για «ζωντανές ψυχές», φαντάσματα, ζόμπι κ.α
Συμπερασματικά, οι οπαδοί αυτής την πίστης και αυτών των θρησκειών α) δεν αποδέχονται το θάνατο και β) στρέφονται ή καταφεύγουν στις θρησκείες τους προκειμένου να μάθουν τους κανόνες εκείνους που αν τους εφαρμόσουν «θα σωθούν», θα επιβραβευτούν με μία καλή μετα – θανάτια ζωή. Για το λόγο αυτό και οι θρησκείες έχουν τεράστια δύναμη, αφού μετά από συναντήσεις και συνόδους αποφασίζουν για λογαριασμό των πιστών τι είναι αμαρτία και τι ορθή συμπεριφορά, βγάζουν δηλαδή δόγματα, κάτι παραπλήσιο με τα αξιώματα των μαθηματικών. Π.χ. το αν η ομοφυλοφιλία ή η ευθανασία είναι κάτι ορθό θα το αποφασίσει η εκάστοτε θρησκεία. Όσο οι πιστοί δέχονται τη μετα – θανάτια κρίση τόσο και παραμένουν εξαρτημένοι από τις αποφάσεις των θρησκευτικών τους ηγετών ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ζουν. Η ζωή τους μπορεί πολύ εύκολα να «σπαταληθεί» προσπαθώντας να μείνουν στα όρια της «ηθικής», που έχει χαραχθεί από την εκάστοτε θρησκευτική ηγεσία της πίστης τους.
Είναι τέλος αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν παραδέχονται τη μετενσάρκωση - διαιώνιση /κληροδότηση σωματικών και ψυχικών και πνευματικών «χαρισμάτων», αφού έτσι θα καταργούνταν ο ρόλος του Χριστού ως κριτή, την κάνουν πράξη με έμμεσο τρόπο μέσω της ονομάτισης των μικρών παιδιών. Τα μικρά παιδιά παίρνουν συνήθως το όνομα του παππού ή της γιαγιάς και φυσικά και το επίθετο τους. Σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει ένα αγόρι να έχει το όνομα και το επίθετο του παππού του ή ένα κορίτσι της γιαγιάς του. Το γεγονός ότι ο παππούς χαίρεται που «ακούει» το όνομα του είναι βέβαιο ότι έχει μεγάλη σχέση με την νίκη του δικού του θανάτου, αφού ένας μικρός άνθρωπος με το όνομα του μόλις ξεκινά να ζει και συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε - συχνά λέμε ότι τρέφει ελπίδες ότι θα κάνει όσα δεν έκανε ο παππούς ή ο πατέρας. Εμμέσως λοιπόν ο παππούς μετενσαρκώνεται.
Αυτή η έμμεση μετενσάρκωση χρησιμοποιείται αρκετά και στην ψυχοθεραπεία (ψυχανάλυση και οικογενειακή θεραπεία) και δίνει πολύ καλά αποτελέσματα. Μέσω της χρήσης οικογενειογραμμάτων (σχήμα της οικογένειας για τρεις ή περισσότερες γενιές) αντλούνται πληροφορίες για τον ψυχοθεραπευόμενο από το όνομα του και τα άτομα της οικογενείας που είναι συνονόματοι (συνήθως παππούς, γιαγιά ή κάποιο εκλιπόν πρόσωπο). Το υλικό συνήθως αποκαλύπτει πολλά, μιας και μαζί με το όνομα κληρονομούνται και χαρακτηρολογικές ιδιότητες.
Πέμπτη 27 Μαΐου 2010
Θεός και Διάβολος
Αρκετά συχνά, η συμπεριφορά των ανθρώπων, ως ατόμων και ως μελών οργανωμένων κοινωνιών, επηρεάζεται από στόχους, αξίες, σύμβολα και ιδέες ενός πιο οικουμενικού, πιο γενικού, χαρακτήρα, θέλοντας να συντηρήσει ένα ηθικά και πολιτισμικά καταρρέον σύστημα ή νόμισμα (νομικό καθεστώς – στήριγμα κοινωνιών). Έτσι, όμως, το άτομο ξεχνά το ρόλο του, τον προορισμό του στο κοινωνικό σύνολο· ποιος είναι, όμως, ο ρόλος του αυτός; Να προχωρήσει ξεκινώντας από τον αυτοκαθορισμό – τη γνώση, την επίγνωση και την αξιολόγηση της δικής του δράσης – προς τον αυτοέλεγχο, αρχικά, και, κατόπιν, προς ενέργειες και δραστηριότητες, οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα θ’ αμφισβητήσουν και θα συντελέσουν βαθμιαία στη διατάραξη της ισορροπίας και την κατάρρευση του συστήματος που τον περιβάλλει και περικλείει. Κι αυτό, γιατί ό,τι διατηρεί, υποστηρίζει, ένα σύστημα, μια καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και καταστάσεων, δεν θα πρέπει να ‘ναι οπωσδήποτε και καλό, αλλά ίσως και αναχρονιστικό, μα και συντηρητικό.
Βέβαια, τα θεμέλια του παρελθόντος χρειάζονται στην οικοδομή του παρόντος και του μέλλοντος, γιατί τίποτα δεν γίνεται, δεν ξεκινά να γίνεται, χωρίς τη συνδρομή κάποιου άλλου. Κάθε όρος γίνεται αίτιο άλλου, όπως και κάθε ενέργεια είναι αίτιο, πρώτιστη προϋπόθεση, μίας άλλης, η οποία με τη σειρά της παίρνει τη θέση και τη σημασία της πρώτης. Η παρούσα ζωή είναι αποτέλεσμα των αντιδράσεων των ανθρώπων απέναντι στα καθημερινά εμπόδια, που το σύστημα προβάλλει για να επιβάλλει τις αρχές του. έτσι, η αθλιότητα, η οποία είναι τόσο στενά δεμένη με κάθε αισθητή ύπαρξη του καιρού μας, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά συνεπακόλουθο μίας αλυσίδας αιτίων και αιτιατών.
Πιο εύκολα, ίσως, έτσι διαψεύδονται όσοι πιστεύουν πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αφού άμα γίνουν σε δύο διαφορετικές και μακρινές χρονικά ιστορικές κοινωνίες τα ίδια σφάλματα, θα έχουμε τα ίδια αποτελέσματα. Κάθε πράξη, που τελειώνει, φεύγει και εξαφανίζεται, αφήνει, όμως, τα κατάλοιπά της που ‘χουν συνέπειες, ορατές κι αόρατες, κοντινές και μακροχρόνιες.
Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα στο κάθε σύστημα, πολύ περισσότερο, βέβαια, όταν αυτό είναι στην υπέρτατη ακμή του, υπάρχουν μερικές έννοιες, οι οποίες , αν και είναι ευμετάβολες στο πέρασμα του χρόνου όχι μέσα στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας αλλά σε διαφορετικές κοινωνίες, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δομή ενός κοινωνικού συνόλου και τη συντήρηση ενός συστήματος (εδώ θα μας απασχολήσουν οι λέξεις: Θεός, Διάβολος, Θάνατος).
Τι ‘ναι Θεός; Τι ‘ναι Διάβολος; Τι να υπάρχει που να τα ξεχωρίζει; Ας καθαρίσουμε το μυαλό μας απ’ όσα μας περιβάλλουν ως ζιζάνια και παράσιτα καθημερινά κι ας προσεγγίσουμε τις έννοιες αυτές, που αποτελούν τις ακρογωνιαίες λίθους κάθε Θεολογίας, κάθε προσπάθειας επιστημονικής ερμηνείας όσων σχετίζονται με τις θρησκείες και την ύπαρξη ή όχι Θεού. Οι έννοιες Θεός και Διάβολος σε διαφορετικούς τόπους και σ’ άλλες εποχές έχουν δεχτεί πολλές και ποικίλες, εξίσου σοβαροφανείς, ερμηνείες· η πίστη για την ύπαρξη, όμως, του Θεού και του Διαβόλου, ως υπέρτατων όντων, που ορίζουν, διευθύνουν και κατευθύνουν τον ανθρώπινο νου και τη ζωή των γήινων, οφείλεται σε μέγιστο βαθμό στην εντύπωση των ανθρώπων πως είναι αδύναμοι και αδύνατο ν’ αυτοκαθορίσουν τις τύχες τους, και σ’ ένα διαρκή, ακατάπαυστο, έμφυτο κι όχι επίκτητο φόβο τους για το τι πρόκειται να συμβεί στο προσεχές και στο μακρινό μέλλον. Έτσι, οι άνθρωποι αποζητούν κάποιον προστάτη, τον οποίο ονομάζουν αυθαίρετα Θεό, που, όπως θέλουν να πιστεύουν, σε αντάλλαγμα της υπερβολικής για τα ανθρώπινα όρια αγάπης κι αφοσίωσης που του επιδείχνουν, τους βοηθά να ξεπερνούν τις δυσκολίες και της ανασφάλειες της καθημερινής ζωής.
Άλλοι δέχονται πως Θεός τους είναι ένας Μεσσίας που θα ‘ρθει να τους οδηγήσει ως νικηφόρος στρατηλάτης στην άλωση του κόσμου ολάκερου· άλλοι, πάλι, ότι κατέβηκε στη Γη παίρνοντας ανθρώπινη μορφή αφήνοντας στα Ουράνια, όπου κατοικούσε και θα κατοικεί αλώβητος κι αόρατος στον καθένα από εμάς, τη θεία του δύναμη και θυσιάστηκε για να σώσει τον κόσμο από τη διαφθορά και την αμαρτία· άλλοι, ακόμα, τον φαντάζονται να τους περιμένει στον Ουρανό έχοντας μετά θάνατον έτοιμα να τους προσφέρει όσα υλικά αγαθά δεν μπόρεσαν ν’ απολαύσουν στην επίγεια ζωή. Υπάρχουν, επίσης, κι εκείνοι που θεοποιούν τους κοσμικούς ηγήτορές τους και τους λατρεύουν παθολογικά, όπως κάποιοι άλλοι οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή παρασυρμένοι σε πολυθεϊκή θρησκεία θεοποιώντας τις δυνάμεις της Φύσης, τις οποίες οι ίδιοι θεωρούσαν πως αδυνατούσαν να εξηγήσουν, και σε καθεμιά απ’ αυτές έδιναν το όνομα ενός θεού ή μιας θεάς.
Τι ‘ναι Διάβολος; Καθετί που διαβάλλει, που – διαφθείροντας και σπρώχνοντας τους ανθρώπους στην αμαρτία – μας φράζει το δρόμο προς την Αλήθεια και το Θεό. Απ’ τη στιγμή που η Αλήθεια είναι υποκειμενική έννοια, είναι δύσκολο να οριοθετήσουμε αντικειμενικά και τι είναι διαβολικό. Είναι, όμως, ο Διάβολος κάτι ως αντίβαρο στο Θεό στις μονοθεΐες, ενώ στις πολυθεϊκές θρησκείες είναι η άρνηση του συστήματος που θέλουν οι φορείς τους μ’ αυτό να περιβάλλουν και να αλυσοδέσουν τους ανθρώπους; Στη δεύτερη περίπτωση, διαβολικές θεωρούνται οι «οχληρές» κοινωνικοανατρεπτικές σκέψεις, γιατί η κοινωνία στηρίζεται στη θρησκεία και το ανάποδο. Ο Διάβολος, όπως πιστεύουν όσοι λένε πως υπάρχει, με τα ψέματα και την υποκρισία καταφέρνει κι αλλάζει αρκετά πρόσωπα – προσωπεία και πετυχαίνει να ξεγελά και να εξαπατά τους φοβητσιάρηδες και χαμηλής πνευματικής υποστάθμης ανθρώπους, ώστε να τους παρασύρει με τη θέλησή τους, πλέον, στην άβυσσο και εναντίον του κοινού συμφέροντος, αφού τους υπόσχεται, πολύ συχνά, εφήμερα, επίγεια ατομικά αγαθά.
Για πολλούς αιώνες, οι άνθρωποι φοβούνταν το Θάνατο, γιατί αγνοούσαν ότι λίγο πριν έρθει ο Άδης το ανθρώπινο σώμα φαίνεται να εξασθενίζει και παραλύει σε τέτοιο βαθμό που , ενώ πρωτύτερα δεν μπορούν να σκεφτούν τη γιομάτη υγεία και σφριγηλότητα σάρκα τους στον τάφο, τώρα οι πόνοι τους κάνουν να εκλιπαρούν να ‘ρθει το γρηγορότερο ο Θάνατος για ν’ απαλλαγούν από τους πόνους. Και κάτι ακόμα για τους πόνους του Θανάτου: Δεν είναι πιο ευχάριστο και ηδύ να ‘ρχεται ο Άδης τη στιγμή που ο άνθρωπος έχει φτάσει στην ευτυχία, παρά έπειτα από λίγο, όταν αρχίζει η κατιούσα παρακμή; Περισσότερους πόνους και θλίψη θα νιώθει ο άνθρωπος όταν βλέπει την παρακμή, χωρίς να μπορεί ν’ αντιδράσει.
Ο φόβος, όμως, των ανθρώπων μπορεί να μην προέρχεται από την ιδέα του Θανάτου αυτήν καθ’ εαυτή, αλλά από τη σκόπιμη ή έμφυτη άγνοια ή μη ελευθερία γνώσης γύρω από τη μεταθανάτια τύχη του ανθρώπινου είδους. Όλα όσα δέχονται πως υπάρχει τιμωρία, κολασμός ή τα’ αντίθετα επιβράβευση, ανταμοιβή αν σε όλη σου τη ζωή πιστά τήρησες τις εντολές του Θεού σου, αν ήσουνα, δηλαδή, καλός (Χριστιανός, Ιουδαίος, Μουσουλμάνος, Βουδιστής, Δωδεκαθεϊστής κ.α.) θα πάς στον Παράδεισο των Ουρανών, ενώ αν ήσουν κακός στην Κόλαση, περισσότερο συσκοτίζουν παρά ξεδιαλύνουν τις ανασφάλειες των ανθρώπων και τους φόβους τους.
Μα γιατί γίνεται λόγος στις περισσότερες θρησκείες, είτε μονοθεϊστικές είτε πολυθεϊστικές, για Βασιλεία των Ουρανών; Γιατί οι επί γης εκπρόσωποι των όποιων θεών δεν αφήνουν ελεύθερους τους ανθρώπους να πιστεύουν στο Θεό όπως εκείνοι θέλουν, παρά – αντίθετα μ’ όσα δίδαξε ο Χριστός για τον Πατέρα του, Θεό, π.χ. – προσπαθούν να παρουσιάσουν το Θεό ως Παντοκράτορα τιμωρό με αυστηρό μαστίγιο κι άσπλαχνο πατέρα; Εάν πράγματι υπάρχει Θεός, ίσως θα πρέπει ν’ αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως παιδιά του, όχι δυναστικά κι απολυταρχικά, αλλά δημοκρατικά, αν και κάπως αξιοκρατικά. Η αγάπη του Θεού είναι δεδομένη· άμα κάνεις, όμως, λάθος, πρέπει να πληρώσεις κι η τιμωρία δεν είναι βουρδουλιές ή στέρηση του Παραδείσου, αλλά η ταπείνωση κι η μετάνοια! Ο άσωτος υιός, μετανοημένος, ξαναγύρισε στην αγκαλιά του πατέρα του κι ο ληστής την ύστατη ώρα ζήτησε συχώρεση κι άφεση αμαρτιών από το σταυρωμένο Θεάνθρωπο, ενώ ο Σίσυφος τιμωρήθηκε μεταθανάτια για τις επίγειες ακολασίες του επειδή δεν θέλησε να ζητήσει συγνώμη από το Δία κι όχι γιατί ο «επικεφαλής» της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν μικρόψυχος! Βέβαια, κάποιοι θα πουν ότι ίσως η αξιοκρατία έχει να κάνει με την αρετή, την ικανότητα και την (υλική ή ψυχική;) δύναμη των ολίγων από το σύνολο και έτσι αντιτίθεται με το αίσθημα της πατρικής αγάπης και της δικαιοσύνης.
Όλοι, λοιπόν, οι άνθρωποι, που είναι ίσοι εκ φύσεως ίσοι και αδελφοί , αλλά όχι όμοιοι μεταξύ τους μεταθανάτια θα ‘πρεπε να πάνε στον Παράδεισο και κανείς στην Κόλαση, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά είναι επινόηση, διανοητικό πλάσμα κάποιων επιτήδειων που επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν και να συσκοτίσουν τον ανθρώπινο νου. Για ν’ αποφύγει, όμως, ο απλός άνθρωπος αυτές τις ύπουλες παγίδες, θα πρέπει ν’ αποβάλλει το πρότυπο Παραδείσου – Κολάσεως , το οποίο, για λόγους ιδιοτέλειας, εξακολουθούν να συντηρούν, και να πιστέψει πως βρίσκεται, μόνο σαν νιώσει μέσα του χωρίς ενδοιασμούς ή ψευδοδιλλήματα, όταν πεθάνει κοντά στον ένα και το μοναδικό Θεό, ο οποίος του στεκόταν πάντα όσο ζούσε ως στοργικός πατέρας και, καθώς κυριαρχεί στα πάντα, ορατά και δυσδιάκριτα, έγχρωμα και μαυροάσπρα, μικρά και μεγάλα, άλλοι τον έχουν ονομάσει Ιησού Ναζωραίο, άλλοι Δία, άλλοι Γιαχβέ, άλλοι Αλλάχ, χωρίς να χάνει την ενιαία διάστασή του και τη μοναδικότητά του.
Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι μόνο χαρές γεμάτη. Έχει και λύπες. Δεν είναι μόνο ευφορίας και καλής τύχης μεθύσι. Είναι και πόνου καρδιάς αίμα. Και περισσότερο φρόνιμος, στις δύσκολες εποχές που περνάμε, είναι εκείνος που δεν ζηλεύει τους συνανθρώπους του για την πρόσκαιρη καλή τύχη ή προσπαθεί να επιβληθεί με την υλική του δύναμη στους άλλους, αλλά όποιος τις εφήμερες γήινες απολαύσεις και τις στενοχώριες ξέρει να δαμάζει κι αργά και μεθοδικά – χωρίς δογματισμούς και σκοταδιστικές προκαταλήψεις – το δρόμο ανηφορίζει, που ως το Θεό και μακριά από το Διάβολο θα τον φέρει…
Οι θεοί αναδεικνύουνται και λαμβάνουνε την αξία τους, όταν, κατά τους πιστούς τους, δοκιμάζουνται, στη γη, όταν κονταροχτυπιούνται με τον πειρασμό και όσους ήθελαν να τους βάλουνε εμπόδια. Εάν έμεναν στους ουρανούς και μακριά από τα ανθρώπινα πάθη και παθήματα, κανείς δε θα τους έδινε καμία σημασία, ποτέ και σε καμιά θεολογία του κόσμου… Μα ακόμη περισσότερη, όμως, δύναμη θα είχανε αλλά και διαχρονικά οι θεοί στις μέρες μας εάν οι θεοκήρυκες δεν στηρίζονταν στα ψέματα και στην ύλη και δεν προσπαθούσαν τη δική τους θέση στην κοινωνία περισσότερο να ισχυροποιήσουν και να προτάξουν επικαλούμενοι την ύπαρξη θεών οι οποίοι τους εξουσιοδότησαν τάχα παρά να αποβάλλουν όλα όσα στο διάβα του χρόνου ξεστράτισαν τους ανθρώπους από τα αρχικά ιδανικά τους και τους έσπρωξαν να δώσουν την πρωτοκαθεδρία στον Ερμή τον Κερδώο παραμερίζοντας την Αθηνά της Σοφίας, να επιδιώκουν να σώσουν, τα χρόνια του Μεσαίωνα, την ψυχή τους, όχι ψάχνοντας με αυτοκριτική ή στο πνεύμα και στην ψυχή τη λύτρωση, αλλά με ένα τρισάθλιο εμπορικό «δούναι και λαβείν», τα συγχωροχάρτια: Ό,τι κι αν κάνεις στην επίγεια ζωή, υπάρχει τρόπος να γλιτώσεις τη μεταθανάτια κόλαση, γιατί ο θεός είναι μεγαλοδύναμος, μόνο που θα σου κοστίσει κατιτίς παραπάνω… Και αυτό το κατιτίς ήταν που έσπρωξε τους ανθρώπους με πιότερη μανία στον αγώνα για όλο και πιο υλικά κέρδη, ώστε να μπορούν κάποια στιγμή με το χρήμα να εξαγοράσουν, όσο – όσο, τις επίγειες «αμαρτίες» και να εξασφαλίσουν θέση, «πρώτο τραπέζι πίστα» στην επουράνια «βασιλεία» μακριά από τον (κάθε) διάβολο !!!
Πολλοί συμφωνούν και με τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο που ‘λεγε πως η φωτιά, η γεωργία, η αμπελουργία και γενικά, η ανάπτυξη της τεχνικής, όσα, κατά τη γνώμη μας, δηλαδή τους βοηθούν ν’ αυξήσουν τα εισοδήματά τους και να ζήσουν και καλύτερα και να συνεισφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, δεν είναι δώρα των Θεών προς τους θνητούς, αλλά δημιουργήματα του ίδιου του ανθρώπου• και για να προεκταθεί η σκέψη τούτη, ας γραφεί ότι η δυναμική παρουσία των Θεών ( των οποίων η ύπαρξη αμφισβητείται, κατά τους Σοφιστές και τον Πρωταγόρα των κλασικών χρόνων) περιορίζεται από τη σύλληψη έως τη γέννηση και τη στιγμή του θανάτου του ανθρώπου και στη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής των θνητών προσέρχουνται αυθορμήτως αρωγοί τους και όχι «καταλύτες» και ρυθμιστές της, αλλά και ότι όπως μόνος του ο ίδιος ο άνθρωπος είναι δημιουργός όσων του καλυτερεύουνε και του ευκολύνουνε τη ζωή• όμοια, ατός του είναι υπαίτιος για κείνα που του τη δυσκολεύουνε, του την καταστρέφουνε και, κάποιες φορές, του τη στερούν ακόμα, ιδίως δε, οσάκις δεν βάζει το μυαλό του σε κίνηση και την ψυχή του σε λειτουργία υπέρ του κοινωνικού συνόλου… !
Ο Θεός δε γέννησε τους ανθρώπους σκλάβους κανενός, αλλά λεύτερους να ‘χουνε σε εγρήγορση και κίνηση νου, ψυχή και σώμα. Τους όρισε, όμως ν’ αγωνίζουνται αδιάλειπτα για την κατάχτηση της αληθινής Γνώσης. Η αληθινή Γνώση των ανθρώπων δεν αμφισβητεί τους θεούς, αλλά αναιρεί τα επί γης «φερέφωνά» τους. Μα επειδή οι θνητοί βαδίζουνε σε δαιδαλώδεις και σκοτεινές ατραπούς έως ότου την φτάσουνε, ποιος πρέπει να θεσπίζει τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης, η ανάγκη για καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος ή για «χόρταση» των σωματικών παθών και βιολογικών αναγκών;
Πολλές φορές, τα επίγεια «φερέφωνα» των θεών, τα ιερατεία, κρατούν το στόμα τους επιλεχτικά κλειστό, αποφεύγουν το διάλογο επί της ουσίας και δεν ερμηνεύουν τα θεολογικά κείμενα στον κόσμο, αλλά τον αφήνουνε στα «σκοτάδια» της άγνοιας. Έτσι, πετυχαίνουνε να γίνεται πιο εύκολα ο κόσμος έρμαιο ενός αντικοινωνικού θρησκευτικού φανατισμού, να άγεται και να φέρεται ως ασύδοτη μάζα, γιομάτη φόβο και εξαρτημένη από τις θελήσεις εκείνων που κατέχουν τάχα τις γνώσεις και υποκρίνουνται ότι είναι μόνοι και αποκλειστικοί κύριοι της αληθινής Γνώσης και προστάτες μας, με τη θεϊκή, τάχα, βοήθεια, έναντι των «οχτρών» μας. Έτσι, η κοινωνία από ομάδα προσώπων γίνεται ένας «συρφετός ανταγωνιστών» για το ποιος και πώς θα γίνει ομορφότερος και πλουσιότερος όλων, αφού τα υλικά αγαθά – καθώς τα ηθικά εφόδια είναι με «ναρκοπέδιο» απροσπέλαστα και τα πνευματικά δεν υπάρχουν πνευματικοί ταγοί να τα προβάλλουν – γίνονται αυτοσκοπός…
Η ύπαρξη ή όχι «οχτρών και ανταγωνιστών» στην ανθρώπινη ζωή, η προστασία από τους οποίους είναι, όπως είχε διαμορφωθεί το κοινό πλαίσιο, αρχαιόθεν, όλων των θρηκειών, μονοθεϊστικών και πολυθεϊστικών, μέριμνα των θεών και αποστολή των επί γης «εκπροσώπων ή αντιπροσώπων» τους, σχετίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος εκ γενετής είναι «άγραφος πίνακας» από αισθήματα, λογική και λόγο και δίχως να γνωρίζει το θεό, τη φύση και τη σοφία του· δεν έχει γεννηθεί, ποτέ, κανείς, με τα γνωρίσματα που θα ήταν ιδανικό να ‘ναι εφοδιασμένος αυτός, για να προβλέπει τα μελλούμενα ή ν’ αντιμετωπίζει την εκάστοτε δυσάρεστη κατάσταση. Εάν ο άνθρωπος, γνώστης της θεϊκής θέλησης και φύσης, ζει χωρίς φανατισμούς ή φιλοχρηματία ή «μανία καταδίωξης» ή άλλες φοβίες και ανησυχίες, σιγά – σιγά μπορεί να φτάσει στη σωματική δύναμη και στην ψυχοπνευματική καλλιέργεια, που θα τον συνδράμουν να βλέπει στον περίγυρό του συνεργάτες κι όχι «οχτρούς»… Εάν κάποιοι εκμεταλλευτούν την ανάγκη του για πρότυπα και του δείξουν κάτι «στρεβλό» π.χ. ότι είναι πάντοτε κερδισμένος ο πιο «πλούσιος», ο πιο «όμορφος», ο πιο «σεξουαλικός» στη ζωή ας πούμε, είναι σίγουρο πως θα τον λοξοδρομήσουν από τους αρχικούς του στόχους, κυριότερος των οποίων είναι η αρμονική κοινωνικοποίηση, προσαρμογή αλλ’ όχι υποταγή στο κοινωνικό σύνολο.
Κάποιοι θα ρωτήσουν: «Μήπως, όμως, ο ρόλος των Θεών στην ανθρώπινη ζωή – αντί να «τιμωρεί» τους «οχτρούς» μας απευθείας ή να βοηθά εμάς να «ξεχωρίζουμε» απ’ το σύνολο – είναι να συμβάλει, παρά τα ακανθώδη μονοπάτια έως την Αρετή και την Ελευθερία, να βρούμε την Αγάπη και η ζυγαριά τούτη να κλίνει ίσα και προς τα δύο μέρη, σώμα και ψυχή, για να μην παρασύρεται ο άνθρωπος εις βάρος των άλλων ή του ίδιου του εαυτού του;» Η απάντηση στο ερώτημα τούτο είναι καταφατική και πηγάζει και από το ότι δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο άνθρωπος μόνο σε μιαν κοινωνία μπορεί να λύνει τα προβλήματά του και όχι με τον εγωισμό και την εχθρότητα προς τους γύρωθέ του ή παρασυρμένος από το ψέμα και τον κάθε λογής φανατισμό είτε από τα πάθη του προς τα υλικά αγαθά.
Βέβαια, τα θεμέλια του παρελθόντος χρειάζονται στην οικοδομή του παρόντος και του μέλλοντος, γιατί τίποτα δεν γίνεται, δεν ξεκινά να γίνεται, χωρίς τη συνδρομή κάποιου άλλου. Κάθε όρος γίνεται αίτιο άλλου, όπως και κάθε ενέργεια είναι αίτιο, πρώτιστη προϋπόθεση, μίας άλλης, η οποία με τη σειρά της παίρνει τη θέση και τη σημασία της πρώτης. Η παρούσα ζωή είναι αποτέλεσμα των αντιδράσεων των ανθρώπων απέναντι στα καθημερινά εμπόδια, που το σύστημα προβάλλει για να επιβάλλει τις αρχές του. έτσι, η αθλιότητα, η οποία είναι τόσο στενά δεμένη με κάθε αισθητή ύπαρξη του καιρού μας, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά συνεπακόλουθο μίας αλυσίδας αιτίων και αιτιατών.
Πιο εύκολα, ίσως, έτσι διαψεύδονται όσοι πιστεύουν πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αφού άμα γίνουν σε δύο διαφορετικές και μακρινές χρονικά ιστορικές κοινωνίες τα ίδια σφάλματα, θα έχουμε τα ίδια αποτελέσματα. Κάθε πράξη, που τελειώνει, φεύγει και εξαφανίζεται, αφήνει, όμως, τα κατάλοιπά της που ‘χουν συνέπειες, ορατές κι αόρατες, κοντινές και μακροχρόνιες.
Παρ’ όλ’ αυτά, μέσα στο κάθε σύστημα, πολύ περισσότερο, βέβαια, όταν αυτό είναι στην υπέρτατη ακμή του, υπάρχουν μερικές έννοιες, οι οποίες , αν και είναι ευμετάβολες στο πέρασμα του χρόνου όχι μέσα στους κόλπους της ίδιας κοινωνίας αλλά σε διαφορετικές κοινωνίες, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δομή ενός κοινωνικού συνόλου και τη συντήρηση ενός συστήματος (εδώ θα μας απασχολήσουν οι λέξεις: Θεός, Διάβολος, Θάνατος).
Τι ‘ναι Θεός; Τι ‘ναι Διάβολος; Τι να υπάρχει που να τα ξεχωρίζει; Ας καθαρίσουμε το μυαλό μας απ’ όσα μας περιβάλλουν ως ζιζάνια και παράσιτα καθημερινά κι ας προσεγγίσουμε τις έννοιες αυτές, που αποτελούν τις ακρογωνιαίες λίθους κάθε Θεολογίας, κάθε προσπάθειας επιστημονικής ερμηνείας όσων σχετίζονται με τις θρησκείες και την ύπαρξη ή όχι Θεού. Οι έννοιες Θεός και Διάβολος σε διαφορετικούς τόπους και σ’ άλλες εποχές έχουν δεχτεί πολλές και ποικίλες, εξίσου σοβαροφανείς, ερμηνείες· η πίστη για την ύπαρξη, όμως, του Θεού και του Διαβόλου, ως υπέρτατων όντων, που ορίζουν, διευθύνουν και κατευθύνουν τον ανθρώπινο νου και τη ζωή των γήινων, οφείλεται σε μέγιστο βαθμό στην εντύπωση των ανθρώπων πως είναι αδύναμοι και αδύνατο ν’ αυτοκαθορίσουν τις τύχες τους, και σ’ ένα διαρκή, ακατάπαυστο, έμφυτο κι όχι επίκτητο φόβο τους για το τι πρόκειται να συμβεί στο προσεχές και στο μακρινό μέλλον. Έτσι, οι άνθρωποι αποζητούν κάποιον προστάτη, τον οποίο ονομάζουν αυθαίρετα Θεό, που, όπως θέλουν να πιστεύουν, σε αντάλλαγμα της υπερβολικής για τα ανθρώπινα όρια αγάπης κι αφοσίωσης που του επιδείχνουν, τους βοηθά να ξεπερνούν τις δυσκολίες και της ανασφάλειες της καθημερινής ζωής.
Άλλοι δέχονται πως Θεός τους είναι ένας Μεσσίας που θα ‘ρθει να τους οδηγήσει ως νικηφόρος στρατηλάτης στην άλωση του κόσμου ολάκερου· άλλοι, πάλι, ότι κατέβηκε στη Γη παίρνοντας ανθρώπινη μορφή αφήνοντας στα Ουράνια, όπου κατοικούσε και θα κατοικεί αλώβητος κι αόρατος στον καθένα από εμάς, τη θεία του δύναμη και θυσιάστηκε για να σώσει τον κόσμο από τη διαφθορά και την αμαρτία· άλλοι, ακόμα, τον φαντάζονται να τους περιμένει στον Ουρανό έχοντας μετά θάνατον έτοιμα να τους προσφέρει όσα υλικά αγαθά δεν μπόρεσαν ν’ απολαύσουν στην επίγεια ζωή. Υπάρχουν, επίσης, κι εκείνοι που θεοποιούν τους κοσμικούς ηγήτορές τους και τους λατρεύουν παθολογικά, όπως κάποιοι άλλοι οδηγήθηκαν οικειοθελώς ή παρασυρμένοι σε πολυθεϊκή θρησκεία θεοποιώντας τις δυνάμεις της Φύσης, τις οποίες οι ίδιοι θεωρούσαν πως αδυνατούσαν να εξηγήσουν, και σε καθεμιά απ’ αυτές έδιναν το όνομα ενός θεού ή μιας θεάς.
Τι ‘ναι Διάβολος; Καθετί που διαβάλλει, που – διαφθείροντας και σπρώχνοντας τους ανθρώπους στην αμαρτία – μας φράζει το δρόμο προς την Αλήθεια και το Θεό. Απ’ τη στιγμή που η Αλήθεια είναι υποκειμενική έννοια, είναι δύσκολο να οριοθετήσουμε αντικειμενικά και τι είναι διαβολικό. Είναι, όμως, ο Διάβολος κάτι ως αντίβαρο στο Θεό στις μονοθεΐες, ενώ στις πολυθεϊκές θρησκείες είναι η άρνηση του συστήματος που θέλουν οι φορείς τους μ’ αυτό να περιβάλλουν και να αλυσοδέσουν τους ανθρώπους; Στη δεύτερη περίπτωση, διαβολικές θεωρούνται οι «οχληρές» κοινωνικοανατρεπτικές σκέψεις, γιατί η κοινωνία στηρίζεται στη θρησκεία και το ανάποδο. Ο Διάβολος, όπως πιστεύουν όσοι λένε πως υπάρχει, με τα ψέματα και την υποκρισία καταφέρνει κι αλλάζει αρκετά πρόσωπα – προσωπεία και πετυχαίνει να ξεγελά και να εξαπατά τους φοβητσιάρηδες και χαμηλής πνευματικής υποστάθμης ανθρώπους, ώστε να τους παρασύρει με τη θέλησή τους, πλέον, στην άβυσσο και εναντίον του κοινού συμφέροντος, αφού τους υπόσχεται, πολύ συχνά, εφήμερα, επίγεια ατομικά αγαθά.
Για πολλούς αιώνες, οι άνθρωποι φοβούνταν το Θάνατο, γιατί αγνοούσαν ότι λίγο πριν έρθει ο Άδης το ανθρώπινο σώμα φαίνεται να εξασθενίζει και παραλύει σε τέτοιο βαθμό που , ενώ πρωτύτερα δεν μπορούν να σκεφτούν τη γιομάτη υγεία και σφριγηλότητα σάρκα τους στον τάφο, τώρα οι πόνοι τους κάνουν να εκλιπαρούν να ‘ρθει το γρηγορότερο ο Θάνατος για ν’ απαλλαγούν από τους πόνους. Και κάτι ακόμα για τους πόνους του Θανάτου: Δεν είναι πιο ευχάριστο και ηδύ να ‘ρχεται ο Άδης τη στιγμή που ο άνθρωπος έχει φτάσει στην ευτυχία, παρά έπειτα από λίγο, όταν αρχίζει η κατιούσα παρακμή; Περισσότερους πόνους και θλίψη θα νιώθει ο άνθρωπος όταν βλέπει την παρακμή, χωρίς να μπορεί ν’ αντιδράσει.
Ο φόβος, όμως, των ανθρώπων μπορεί να μην προέρχεται από την ιδέα του Θανάτου αυτήν καθ’ εαυτή, αλλά από τη σκόπιμη ή έμφυτη άγνοια ή μη ελευθερία γνώσης γύρω από τη μεταθανάτια τύχη του ανθρώπινου είδους. Όλα όσα δέχονται πως υπάρχει τιμωρία, κολασμός ή τα’ αντίθετα επιβράβευση, ανταμοιβή αν σε όλη σου τη ζωή πιστά τήρησες τις εντολές του Θεού σου, αν ήσουνα, δηλαδή, καλός (Χριστιανός, Ιουδαίος, Μουσουλμάνος, Βουδιστής, Δωδεκαθεϊστής κ.α.) θα πάς στον Παράδεισο των Ουρανών, ενώ αν ήσουν κακός στην Κόλαση, περισσότερο συσκοτίζουν παρά ξεδιαλύνουν τις ανασφάλειες των ανθρώπων και τους φόβους τους.
Μα γιατί γίνεται λόγος στις περισσότερες θρησκείες, είτε μονοθεϊστικές είτε πολυθεϊστικές, για Βασιλεία των Ουρανών; Γιατί οι επί γης εκπρόσωποι των όποιων θεών δεν αφήνουν ελεύθερους τους ανθρώπους να πιστεύουν στο Θεό όπως εκείνοι θέλουν, παρά – αντίθετα μ’ όσα δίδαξε ο Χριστός για τον Πατέρα του, Θεό, π.χ. – προσπαθούν να παρουσιάσουν το Θεό ως Παντοκράτορα τιμωρό με αυστηρό μαστίγιο κι άσπλαχνο πατέρα; Εάν πράγματι υπάρχει Θεός, ίσως θα πρέπει ν’ αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως παιδιά του, όχι δυναστικά κι απολυταρχικά, αλλά δημοκρατικά, αν και κάπως αξιοκρατικά. Η αγάπη του Θεού είναι δεδομένη· άμα κάνεις, όμως, λάθος, πρέπει να πληρώσεις κι η τιμωρία δεν είναι βουρδουλιές ή στέρηση του Παραδείσου, αλλά η ταπείνωση κι η μετάνοια! Ο άσωτος υιός, μετανοημένος, ξαναγύρισε στην αγκαλιά του πατέρα του κι ο ληστής την ύστατη ώρα ζήτησε συχώρεση κι άφεση αμαρτιών από το σταυρωμένο Θεάνθρωπο, ενώ ο Σίσυφος τιμωρήθηκε μεταθανάτια για τις επίγειες ακολασίες του επειδή δεν θέλησε να ζητήσει συγνώμη από το Δία κι όχι γιατί ο «επικεφαλής» της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν μικρόψυχος! Βέβαια, κάποιοι θα πουν ότι ίσως η αξιοκρατία έχει να κάνει με την αρετή, την ικανότητα και την (υλική ή ψυχική;) δύναμη των ολίγων από το σύνολο και έτσι αντιτίθεται με το αίσθημα της πατρικής αγάπης και της δικαιοσύνης.
Όλοι, λοιπόν, οι άνθρωποι, που είναι ίσοι εκ φύσεως ίσοι και αδελφοί , αλλά όχι όμοιοι μεταξύ τους μεταθανάτια θα ‘πρεπε να πάνε στον Παράδεισο και κανείς στην Κόλαση, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά είναι επινόηση, διανοητικό πλάσμα κάποιων επιτήδειων που επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν και να συσκοτίσουν τον ανθρώπινο νου. Για ν’ αποφύγει, όμως, ο απλός άνθρωπος αυτές τις ύπουλες παγίδες, θα πρέπει ν’ αποβάλλει το πρότυπο Παραδείσου – Κολάσεως , το οποίο, για λόγους ιδιοτέλειας, εξακολουθούν να συντηρούν, και να πιστέψει πως βρίσκεται, μόνο σαν νιώσει μέσα του χωρίς ενδοιασμούς ή ψευδοδιλλήματα, όταν πεθάνει κοντά στον ένα και το μοναδικό Θεό, ο οποίος του στεκόταν πάντα όσο ζούσε ως στοργικός πατέρας και, καθώς κυριαρχεί στα πάντα, ορατά και δυσδιάκριτα, έγχρωμα και μαυροάσπρα, μικρά και μεγάλα, άλλοι τον έχουν ονομάσει Ιησού Ναζωραίο, άλλοι Δία, άλλοι Γιαχβέ, άλλοι Αλλάχ, χωρίς να χάνει την ενιαία διάστασή του και τη μοναδικότητά του.
Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι μόνο χαρές γεμάτη. Έχει και λύπες. Δεν είναι μόνο ευφορίας και καλής τύχης μεθύσι. Είναι και πόνου καρδιάς αίμα. Και περισσότερο φρόνιμος, στις δύσκολες εποχές που περνάμε, είναι εκείνος που δεν ζηλεύει τους συνανθρώπους του για την πρόσκαιρη καλή τύχη ή προσπαθεί να επιβληθεί με την υλική του δύναμη στους άλλους, αλλά όποιος τις εφήμερες γήινες απολαύσεις και τις στενοχώριες ξέρει να δαμάζει κι αργά και μεθοδικά – χωρίς δογματισμούς και σκοταδιστικές προκαταλήψεις – το δρόμο ανηφορίζει, που ως το Θεό και μακριά από το Διάβολο θα τον φέρει…
Οι θεοί αναδεικνύουνται και λαμβάνουνε την αξία τους, όταν, κατά τους πιστούς τους, δοκιμάζουνται, στη γη, όταν κονταροχτυπιούνται με τον πειρασμό και όσους ήθελαν να τους βάλουνε εμπόδια. Εάν έμεναν στους ουρανούς και μακριά από τα ανθρώπινα πάθη και παθήματα, κανείς δε θα τους έδινε καμία σημασία, ποτέ και σε καμιά θεολογία του κόσμου… Μα ακόμη περισσότερη, όμως, δύναμη θα είχανε αλλά και διαχρονικά οι θεοί στις μέρες μας εάν οι θεοκήρυκες δεν στηρίζονταν στα ψέματα και στην ύλη και δεν προσπαθούσαν τη δική τους θέση στην κοινωνία περισσότερο να ισχυροποιήσουν και να προτάξουν επικαλούμενοι την ύπαρξη θεών οι οποίοι τους εξουσιοδότησαν τάχα παρά να αποβάλλουν όλα όσα στο διάβα του χρόνου ξεστράτισαν τους ανθρώπους από τα αρχικά ιδανικά τους και τους έσπρωξαν να δώσουν την πρωτοκαθεδρία στον Ερμή τον Κερδώο παραμερίζοντας την Αθηνά της Σοφίας, να επιδιώκουν να σώσουν, τα χρόνια του Μεσαίωνα, την ψυχή τους, όχι ψάχνοντας με αυτοκριτική ή στο πνεύμα και στην ψυχή τη λύτρωση, αλλά με ένα τρισάθλιο εμπορικό «δούναι και λαβείν», τα συγχωροχάρτια: Ό,τι κι αν κάνεις στην επίγεια ζωή, υπάρχει τρόπος να γλιτώσεις τη μεταθανάτια κόλαση, γιατί ο θεός είναι μεγαλοδύναμος, μόνο που θα σου κοστίσει κατιτίς παραπάνω… Και αυτό το κατιτίς ήταν που έσπρωξε τους ανθρώπους με πιότερη μανία στον αγώνα για όλο και πιο υλικά κέρδη, ώστε να μπορούν κάποια στιγμή με το χρήμα να εξαγοράσουν, όσο – όσο, τις επίγειες «αμαρτίες» και να εξασφαλίσουν θέση, «πρώτο τραπέζι πίστα» στην επουράνια «βασιλεία» μακριά από τον (κάθε) διάβολο !!!
Πολλοί συμφωνούν και με τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο που ‘λεγε πως η φωτιά, η γεωργία, η αμπελουργία και γενικά, η ανάπτυξη της τεχνικής, όσα, κατά τη γνώμη μας, δηλαδή τους βοηθούν ν’ αυξήσουν τα εισοδήματά τους και να ζήσουν και καλύτερα και να συνεισφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, δεν είναι δώρα των Θεών προς τους θνητούς, αλλά δημιουργήματα του ίδιου του ανθρώπου• και για να προεκταθεί η σκέψη τούτη, ας γραφεί ότι η δυναμική παρουσία των Θεών ( των οποίων η ύπαρξη αμφισβητείται, κατά τους Σοφιστές και τον Πρωταγόρα των κλασικών χρόνων) περιορίζεται από τη σύλληψη έως τη γέννηση και τη στιγμή του θανάτου του ανθρώπου και στη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής των θνητών προσέρχουνται αυθορμήτως αρωγοί τους και όχι «καταλύτες» και ρυθμιστές της, αλλά και ότι όπως μόνος του ο ίδιος ο άνθρωπος είναι δημιουργός όσων του καλυτερεύουνε και του ευκολύνουνε τη ζωή• όμοια, ατός του είναι υπαίτιος για κείνα που του τη δυσκολεύουνε, του την καταστρέφουνε και, κάποιες φορές, του τη στερούν ακόμα, ιδίως δε, οσάκις δεν βάζει το μυαλό του σε κίνηση και την ψυχή του σε λειτουργία υπέρ του κοινωνικού συνόλου… !
Ο Θεός δε γέννησε τους ανθρώπους σκλάβους κανενός, αλλά λεύτερους να ‘χουνε σε εγρήγορση και κίνηση νου, ψυχή και σώμα. Τους όρισε, όμως ν’ αγωνίζουνται αδιάλειπτα για την κατάχτηση της αληθινής Γνώσης. Η αληθινή Γνώση των ανθρώπων δεν αμφισβητεί τους θεούς, αλλά αναιρεί τα επί γης «φερέφωνά» τους. Μα επειδή οι θνητοί βαδίζουνε σε δαιδαλώδεις και σκοτεινές ατραπούς έως ότου την φτάσουνε, ποιος πρέπει να θεσπίζει τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης, η ανάγκη για καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος ή για «χόρταση» των σωματικών παθών και βιολογικών αναγκών;
Πολλές φορές, τα επίγεια «φερέφωνα» των θεών, τα ιερατεία, κρατούν το στόμα τους επιλεχτικά κλειστό, αποφεύγουν το διάλογο επί της ουσίας και δεν ερμηνεύουν τα θεολογικά κείμενα στον κόσμο, αλλά τον αφήνουνε στα «σκοτάδια» της άγνοιας. Έτσι, πετυχαίνουνε να γίνεται πιο εύκολα ο κόσμος έρμαιο ενός αντικοινωνικού θρησκευτικού φανατισμού, να άγεται και να φέρεται ως ασύδοτη μάζα, γιομάτη φόβο και εξαρτημένη από τις θελήσεις εκείνων που κατέχουν τάχα τις γνώσεις και υποκρίνουνται ότι είναι μόνοι και αποκλειστικοί κύριοι της αληθινής Γνώσης και προστάτες μας, με τη θεϊκή, τάχα, βοήθεια, έναντι των «οχτρών» μας. Έτσι, η κοινωνία από ομάδα προσώπων γίνεται ένας «συρφετός ανταγωνιστών» για το ποιος και πώς θα γίνει ομορφότερος και πλουσιότερος όλων, αφού τα υλικά αγαθά – καθώς τα ηθικά εφόδια είναι με «ναρκοπέδιο» απροσπέλαστα και τα πνευματικά δεν υπάρχουν πνευματικοί ταγοί να τα προβάλλουν – γίνονται αυτοσκοπός…
Η ύπαρξη ή όχι «οχτρών και ανταγωνιστών» στην ανθρώπινη ζωή, η προστασία από τους οποίους είναι, όπως είχε διαμορφωθεί το κοινό πλαίσιο, αρχαιόθεν, όλων των θρηκειών, μονοθεϊστικών και πολυθεϊστικών, μέριμνα των θεών και αποστολή των επί γης «εκπροσώπων ή αντιπροσώπων» τους, σχετίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος εκ γενετής είναι «άγραφος πίνακας» από αισθήματα, λογική και λόγο και δίχως να γνωρίζει το θεό, τη φύση και τη σοφία του· δεν έχει γεννηθεί, ποτέ, κανείς, με τα γνωρίσματα που θα ήταν ιδανικό να ‘ναι εφοδιασμένος αυτός, για να προβλέπει τα μελλούμενα ή ν’ αντιμετωπίζει την εκάστοτε δυσάρεστη κατάσταση. Εάν ο άνθρωπος, γνώστης της θεϊκής θέλησης και φύσης, ζει χωρίς φανατισμούς ή φιλοχρηματία ή «μανία καταδίωξης» ή άλλες φοβίες και ανησυχίες, σιγά – σιγά μπορεί να φτάσει στη σωματική δύναμη και στην ψυχοπνευματική καλλιέργεια, που θα τον συνδράμουν να βλέπει στον περίγυρό του συνεργάτες κι όχι «οχτρούς»… Εάν κάποιοι εκμεταλλευτούν την ανάγκη του για πρότυπα και του δείξουν κάτι «στρεβλό» π.χ. ότι είναι πάντοτε κερδισμένος ο πιο «πλούσιος», ο πιο «όμορφος», ο πιο «σεξουαλικός» στη ζωή ας πούμε, είναι σίγουρο πως θα τον λοξοδρομήσουν από τους αρχικούς του στόχους, κυριότερος των οποίων είναι η αρμονική κοινωνικοποίηση, προσαρμογή αλλ’ όχι υποταγή στο κοινωνικό σύνολο.
Κάποιοι θα ρωτήσουν: «Μήπως, όμως, ο ρόλος των Θεών στην ανθρώπινη ζωή – αντί να «τιμωρεί» τους «οχτρούς» μας απευθείας ή να βοηθά εμάς να «ξεχωρίζουμε» απ’ το σύνολο – είναι να συμβάλει, παρά τα ακανθώδη μονοπάτια έως την Αρετή και την Ελευθερία, να βρούμε την Αγάπη και η ζυγαριά τούτη να κλίνει ίσα και προς τα δύο μέρη, σώμα και ψυχή, για να μην παρασύρεται ο άνθρωπος εις βάρος των άλλων ή του ίδιου του εαυτού του;» Η απάντηση στο ερώτημα τούτο είναι καταφατική και πηγάζει και από το ότι δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο άνθρωπος μόνο σε μιαν κοινωνία μπορεί να λύνει τα προβλήματά του και όχι με τον εγωισμό και την εχθρότητα προς τους γύρωθέ του ή παρασυρμένος από το ψέμα και τον κάθε λογής φανατισμό είτε από τα πάθη του προς τα υλικά αγαθά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)