Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΓΑΘΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΓΑΘΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Κοινωνία – Αγορά: αντιτιθέμενα συμφέροντα;

Ο Άνταμ Σμιθ, ιδρυτής της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, ήδη από το 1776 στο έργο του «ο Πλούτος των Εθνών», διαχώρισε τα συμφέροντα μισθωτών και κεφαλαιούχων ως αντιτιθέμενα. Η πιο σημαντική του, ωστόσο, παρατήρηση ήταν ότι, γενικότερα τα συμφέροντα της κοινωνίας είναι αντιτιθέμενα με αυτά των κεφαλαιούχων – επενδυτών. Όσο δηλαδή αναπτύσσεται και ευημερεί μία κοινωνία, τόσο τα κέρδη των κεφαλαιούχων μειώνονται, και όσο η κοινωνία μένει στάσιμη ή παρακμάζει τόσο τα κέρδη τους αυξάνονται.

Όπως γράφει «…το σύνολο της ετήσιας παραγωγής της γης και της εργασίας μιας δεδομένης χώρας…συνιστά το εισόδημα τριών διαφορετικών τάξεων του πληθυσμού: αυτών που ζουν από την πρόσοδο της γης, αυτών που ζουν από το μισθό και αυτών που ζουν από τα κέρδη.

Τα συμφέροντα της πρώτης και της δεύτερης τάξης είναι συνδεδεμένα με τα συμφέροντα της κοινωνίας. Τόσο το ύψος της προσόδου, όσο και του μισθού, αυξάνονται όσο αυξάνονται ο πραγματικός πλούτος της κοινωνίας και η ποσότητα της χρήσιμης εργασίας που απασχολείται στο εσωτερικό της.

Ωστόσο, αντίθετα με την πρόσοδο και τους μισθούς, το επίπεδο κέρδους των κεφαλαιούχων, δεν αυξάνεται σε περιόδους οικονομικής άνθησης και δεν μειώνεται σε περιόδους παρακμής της κοινωνίας. Αντίθετα είναι γενικά χαμηλό στις πλούσιες, και υψηλό στις φτωχές χώρες, και είναι πάντα υψηλότερο στις χώρες που βαδίζουν προς την καταστροφή.

Η μείωση του κεφαλαιακού αποθέματος μιας κοινωνίας ή των κονδυλίων που προορίζονται για τη συντήρηση της φιλόπονης δραστηριότητας, καθώς μειώνει το μισθό της εργασίας, αυξάνει τα κέρδη του αποθέματος. Με τη μείωση του μισθού της εργασίας, οι κάτοχοι του αποθέματος που παραμένει στην κοινωνία είναι σε θέση να φέρουν τα αγαθά τους στην αγορά με μικρότερες δαπάνες απ ότι προηγουμένως και, καθώς χρησιμοποιείται μικρότερο απόθεμα στην τροφοδοσία της αγοράς, μπορούν να πωλούν ακριβότερα.

Τα δύο υποσύνολα της τάξης των κεφαλαιούχων που απασχολούν τα μεγαλύτερα κεφάλαια και, λόγω του πλούτου τους, προσελκύουν το μεγαλύτερο μερίδιο της δημόσιας εκτίμησης είναι οι έμποροι και οι βιομήχανοι. Καθώς οι συλλογισμοί τους στρέφονται γενικά περισσότερο γύρω από τα συμφέροντα του δικού τους ιδιαίτερου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας και λιγότερο γύρω από αυτά της κοινωνίας, η κρίση τους είναι πιθανότερο να εξαρτάται περισσότερο από τη θεώρηση των πρώτων συμφερόντων και λιγότερο αυτήν των δευτέρων.

Το συμφέρον τους πάντα είναι η διεύρυνση της αγοράς και ο περιορισμός του ανταγωνισμού. Η διεύρυνση της αγοράς ενδέχεται συχνά να συμβαδίζει σε σημαντικό βαθμό με τα συμφέροντα της κοινωνίας. Αλλά ο περιορισμός του ανταγωνισμού είναι πάντα αντίθετος με αυτά, και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δώσει στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να επιβάλουν, για δικό τους λογαριασμό, έναν αυθαίρετο φόρο επί των άλλων συμπολιτών τους, μέσω της αύξησης των κερδών τους πάνω από τα φυσικά τους επίπεδα. Η πρόταση κάθε νέου νόμου ή ρύθμιση του εμπορίου που προέρχεται από αυτή την τάξη θα πρέπει πάντοτε να ακούγεται με επιφύλαξη. Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από μία τάξη ανθρώπων, των οποίων τα συμφέροντα δεν ταυτίζονται ποτέ με αυτά της χώρας, που έχουν γενικά συμφέρον να εξαπατούν, ακόμα και να καταπιέζουν τη χώρα, και οι οποίοι, για το λόγο αυτόν, σε πολλές περιπτώσεις και την εξαπάτησαν, αλλά και την καταπίεσαν».

Στο πρόσφατο άρθρο «Αγορά και Δημοκρατία» του Ζακ Αταλί στην L' Express, ο συγγραφέας παρατηρεί «…να συσσωρεύονται οι αποδείξεις για την αυξανόμενη αντίφαση μεταξύ αγοράς και δημοκρατίας: η δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη συνόρων· συνόρων γεωγραφικών, που προσδιορίζουν τον τόπο της αρμοδιότητάς τους. Συνόρων λειτουργικών, που οριοθετούν τους τομείς όπου εφαρμόζονται αυτές οι πολιτικές. από τη μεριά της η αγορά εξ ορισμού απεχθάνεται τα σύνορα· εμπορεύματα, κεφάλαια, εργαζόμενοι, καταναλωτές, μισθωτοί, θα πρέπει όλα να κυκλοφορούν κατά βούληση, να πωλούν και να αγοράζονται όπως επιθυμούν, να εργάζονται και να επενδύουν παντού. Η δημοκρατία αγαπά τη σταθερότητα· η αγορά αντιθέτως είναι νομάς».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η λειτουργία της αγοράς και οι τακτικές πλουτισμού των κεφαλαιούχων δεν συνάδουν με τα συμφέροντα της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Οι γιατροί και οι φαρμακευτικές εταιρίες «τρίβουν τα χέρια τους» όταν υπάρχουν ασθενείς, οι ψυχολόγοι όταν υπάρχουν ψυχικά διαταραγμένοι, οι εταιρίες security και κατασκευής όπλων όταν υπάρχει ανασφάλεια!

Όπως ειπώθηκε και στο διάσημο ντοκιμαντέρ Zeitgeist «… προβλήματα όπως αυτά της φτώχειας και των αστέγων δεν λύνονται, επειδή κανείς από τους κεφαλαιούχους δεν θα αποκομίσει κέρδος. Αν αύριο, οι κεφαλαιούχοι εκτιμούσαν ότι με τη λύση αυτών των προβλημάτων θα κέρδιζαν πολλά εκατομμύρια δολάρια, άμεσα οι δρόμοι θα «καθάριζαν» από τους αστέγους και τους φτωχούς και θα βρισκόταν καταλύματα και τροφή».

Φυσικά, όπως τονίζει και ο Σμιθ, η διεύρυνση της αγοράς συχνά συμβαδίζει με την πρόοδο της κοινωνίας. Με την ανάπτυξη της οικονομίας έρχεται η ζήτηση εργασίας, η ευημερία και η πρόοδος της κοινωνίας (σε υγεία, ασφάλεια, πολιτισμό). Όμως με κανόνες, και κανόνες που θα στοχεύουν στα συμφέροντα των πολλών και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Επομένως, από κανόνες που θα τεθούν από τη δημοκρατία.

Όπως καταλήγει και ο Αταλί «…η δημοκρατία δεν μπορεί να ανταγωνίζεται την αγορά στο γήπεδό της. Δεν μπορεί να παραιτείται από τα φορολογικά της έσοδα για να γοητεύσει όσους δεν ενδιαφέρονται για τη μοίρα της. Δεν πρέπει να εκμηδενίζει τη φορολογία για να συγκρατήσει τους πλουσιότερους, ούτε φυσικά να τη διογκώνει πέραν της λογικής, για να βοηθήσει δήθεν τους φτωχούς. Αυτό που χρειάζεται να κάνει, είναι να αξιοποιήσει τα δικά της όπλα: αυτά της μόρφωσης, του πολιτισμού, της ικανοποίησης που προκαλεί η συμβίωση, του κοινωνικού συμβολαίου. Η εμπειρία πράγματι αποδεικνύει πως η «φορολογική μετανάστευση» είναι πολύ μικρή σε χώρες με υψηλή φορολογία, εφόσον οι χώρες αυτές κατορθώνουν να αξιοποιούν τους πόρους τους για να υπηρετήσουν ένα συλλογικό πρόταγμα. Η πολιτική δεν μπορεί να εξισορροπεί την αγορά απλά υποτασσόμενη στους νόμους της. Αλλά μπορεί να δημιουργήσει μερικούς καλούς λόγους ώστε να πείσει τους νομάδες να μοιραστούν το μέλλον τους με τους μόνιμους κατοίκους της».

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ

Η ιστορική διαδρομή της ψυχιατρικής έχει συνδεθεί άρρηκτα με κυνήγι μαγισσών και δαιμονισμένους στο Μεσαίωνα, φυλακίσεις και αλυσίδες στην προβιομηχανική εποχή, κρύα μπάνια, λοβοτομές και ηλεκτροσόκ στη βιομηχανική περίοδο και τις μόνιμες παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων της σύγχρονης εποχής. Επίσης συνδέθηκε με την εφαρμογή της ευγονικής και τους χιλιάδες φόνους σε «κατώτερους» ανθρώπους και τον έλεγχο των πολιτικών απόψεων στα ολοκληρωτικά και όχι μόνο καθεστώτα. Όλα αυτά είναι πολύ γνωστά και μεταξύ άλλων έχουν γραφτεί στη σειρά βιβλίων του Φουκώ «Η Ιστορία της Τρέλας», ή παρουσιάζονται με εικόνες και συνεντεύξεις ειδικών σε ντοκιμαντέρ όπως το «Ψυχιατρική: Μία Βιομηχανία Θανάτου» στο διαδίκτυο.



Χάρη στην εξουσία που της δίνει η ιδιότητά της ως επιστήμης και την αρμοδιότητα που έχει να χαρακτηρίσει κάποιον ως «φυσιολογικό ή τρελό», συμβάλλει αφενός στην εσωτερίκευση των υφιστάμενων εξουσιαστικών σχέσεων από το κοινωνικό σώμα, αφετέρου στην εξουδετέρωση των συμπεριφορών που αμφισβητούν αυτές τις σχέσεις. Παρά το επιστημονικοφανές της πρόσωπο, συχνά καθορίζεται από την ανάγκη της εξουσίας να χειραγωγεί όλες τις εκδηλώσεις συμπεριφοράς που εναντιώνονται στα κυρίαρχα πρότυπα.


Η κοινωνία αντιδρά με συχνά παρωχημένα και στείρα στερεότυπα στις παραβιάσεις κάθε κοινωνικού κανόνα, όπως η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά. Όταν οι παραβιάσεις θεωρούνται ανεξήγητες, τότε αποδίδονται στην ψυχική ασθένεια. Γεγονότα πολιτικά και κοινωνικά, όταν αντίκεινται στην κυρίαρχη ηθική, καθώς και πράξεις των οποίων επιδιώκεται η υποβάθμιση και η διαστρέβλωση, συνδέονται καλυμμένα ή απροκάλυπτα με την ψυχική ασθένεια. Η ψυχική ασθένεια είναι γενικά κοινωνικά απορριπτέα γιατί απειλεί και φοβίζει και γιατί συμπεριλαμβάνει την απρόβλεπτη εξέλιξη, δηλαδή το «ενδεχόμενο» κακό και στο ίδιο το άτομο και στον κοινωνικό του περίγυρο.


Τα μέτρα προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου, που αναγνωρίζονται σε οποιονδήποτε δικάζεται για ποινικό αδίκημα, δεν αναγνωρίζονται στους ψυχικά ασθενείς. Ο ψυχασθενής δεν μπορεί να διατηρήσει την κυριότητα των υπαρχόντων του, η μαρτυρία του προς υπεράσπιση του δεν θεωρείται έγκυρη, ενώ συγγενείς και δικηγόροι καθίστανται κατά κανόνα ανίκανοι να τον βοηθήσουν. Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ψυχασθενή αντλεί την επισφαλή της νομιμότητα από την υπόθεση της επικινδυνότητας του ψυχικά ασθενή, παρά το γεγονός ότι τα ποσοστά βίαιων πράξεων των ψυχασθενών δεν διαφέρουν από αυτά του μέσου πληθυσμού. Η προσπάθεια συσκότισης των διαφορών μεταξύ τρέλας και επικινδυνότητας, μεταξύ ψυχιατρικού αδικήματος – ψυχικής αρρώστιας και επικινδυνότητας – ποινικού αδικήματος, έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του χάρτη των δικαιωμάτων από το χάρτη της θεραπείας.


Η συχνή ακούσια ιδρυματοποίηση χρησιμοποιείται ως κοινωνικός έλεγχος, που πιο πέρα και από τη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου, οδηγεί αναπόφευκτα στον περιορισμό βασικών κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των ασθενών.


Ο ψυχικά ασθενής αντιμετωπίζεται σαν ένας παθητικός δέκτης «ξένων» δυνάμεων που προσδιορίζουν αποφασιστικά τη συμπεριφορά του, δίχως ο ίδιος να μπορεί να τις ελέγχει ή να τις μεταβάλλει. Εμφανίζεται σαν ένα έρμαιο «τυφλών» δυνάμεων που τείνουν εξολοκλήρου να τον εξουσιάζουν. Ο λόγος του τρελού πάντα ακυρώνεται. Είτε ο λόγος αυτός μεταποιείται σ’ έναν άναρθρο επιφώνημα και ηχεί σαν ένας αναίτιος, κενός νοήματος, λόγος, είτε γίνεται αποδεκτός ως μία έκφραση υπερ – λογικής. Οι εκφερόμενοι λόγοι στο όνομα του τρελού και για λογαριασμό του συχνά αποκλείουν τη δυνατότητα να εισακουστεί ο δικός του λόγος. Ο λόγος, τα συναισθήματα και οι συνθήκες ύπαρξης που αποδίδονται στον τρελό, συχνά χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν την ορθότητα και τη νομιμοποίηση κάποιας δοξασίας, κάποιας επιστημονικής θεωρίας, ενός αγώνα ή μιας ιδεολογίας, που αφορούν απλά και μόνο τους σκοπούς του μη – τρελού ή αυτόν που θεωρεί ότι δεν είναι τρελός (Τσαλίκογλου Φωτεινή: Η τρέλα μέσα στο χρόνο).






Το σύγχρονο, ωστόσο, χαρακτηριστικό της, που την κάνει απόλυτα επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία και την κοινωνία, είναι η εξάπλωση του πελατολογίου της (target group) στον «φυσιολογικό» πληθυσμό. Με όλο και πιο «έξυπνο» και στοχο-κατευθυνόμενο μάρκετινγκ, καταφέρνει να πείσει ένα συνεχώς αυξανόμενο κοινό ότι χρήζει των «υπηρεσιών» της για να βγει από το «τέλμα», φτάνει να δεχτεί να φορέσει τα καινούρια ρούχα του …βασιλιά. Από τη φυσιολογική καθυστέρηση ομιλίας για κάποια παιδιά, τα απλά μαθησιακά προβλήματα που διορθώνονται με τον καιρό, την αναμενόμενη «αγριάδα» των εφήβων, έως την αϋπνία λόγω απραγίας των ηλικιωμένων, όλα συνιστούν αιτίες για ψυχιατρική παρέμβαση. Όσον δε αφορά στην επιτυχή «αντιμετώπιση /υπερφαλάγγιση» του άγχους και της κατάθλιψης των ενηλίκων, εκεί έχει βρει τον απόλυτο ρόλο της.


Τα σωματεία των ψυχιάτρων – νευρολόγων καθώς και οι φαρμακευτικές βιομηχανίες λειτουργούν όπως κάθε επαγγελματική ομάδα στο καπιταλιστικό σύστημα: αναζητούν το υψηλότερο κέρδος που μπορούν να αποκομίσουν. Συνεπώς, «δημιουργούν/ εφευρίσκουν» ασθένειες και διαγνώσεις μέσα από τα συνέδρια τους, τις «αποτυπώνουν» στα διαγνωστικά εγχειρίδια τους, εκπαιδεύουν τους ειδικευόμενους ψυχίατρους να τις εντοπίζουν στους υποψήφιους πελάτες τους, πείθουν όσους από αυτούς μπορούν ότι χρήζουν των υπηρεσιών τους και μιας επισταμένης, όσο ψηλό κι αν είναι το κόστος, αντιμετώπισης της «νόσου», συνταγογραφούν όσα περισσότερα φάρμακα μπορούν για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται, και… βλέπουν τους λογαριασμούς τους να αυξάνονται θεαματικά με τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων.


Έτσι, η απλή φυσιολογική δυσκολία των μαθητών των πρώτων τάξεων του δημοτικού χαρακτηρίζεται ως μαθησιακές δυσκολίες, οι φυσιολογικές εξάρσεις της εφηβείας ονομάζονται μανιακές ή ψυχοπαθητικές εκδηλώσεις, ο ψυχικός πόνος της ανεργίας ή των οικονομικών δυσκολιών ως κατάθλιψη κ.ο.κ. Ήδη το μάρκετινγκ έχει αποδώσει και ένα 20% του πληθυσμού έχει τουλάχιστον για μία φορά στη ζωή του, κατά τους ψυχίατρους, ανάγκη ψυχιατρικής θεραπείας. Το επόμενο στάδιο, μέσα από την διενέργεια ψυχοτεχνικών δοκιμασιών μαζικά στα σχολεία όλου του «πολιτισμένου» κόσμου, είναι να εντοπιστούν πολλές ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά και γονείς που θα αναγκαστούν να υποστούν τις υπηρεσίες τους. Το αποτέλεσμα του σχεδίου θα είναι καταστροφικό για την υγεία αυτών των ανθρώπων από τις βαρύτατες παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων, και θα καταληστευτούν τα ασφαλιστικά ταμεία προς όφελος πάντα ψυχιάτρων και φαρμακοβιομηχανιών.










Τα εξωφρενικά δεδομένα που ισχύουν σήμερα για την ψυχιατρική είναι:


1. Θεραπεία για τις βαριές ψυχιατρικές διαταραχές (ψυχώσεις, σχιζοφρένεια, μείζων κατάθλιψη) δεν υπάρχει.


2. Βελτίωση ορισμένων συμπτωμάτων έχει υπάρξει για μερικό ποσοστό των ασθενών.


3. Για ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών δεν υπήρξε βελτίωση, ή και επιδεινώθηκε η κατάσταση τους. Μολαταύτα, για να μη φανούν ότι οι ίδιοι δεν ήξεραν τη δουλειά τους, συνεχίζουν να τους χορηγούν φαρμακευτική αγωγή για ευνόητους λόγους και την «ανανεώνουν» σύμφωνα με τελευταία ιατρικά δεδομένα.


4. Λόγω του ότι όλοι οι «ασθενείς» της ψυχιατρικής (και αυτοί που βελτιώθηκαν και αυτοί που επιδεινώθηκαν) υπόκεινται στις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων, οι βιομηχανίες κατασκευάζουν άλλα φάρμακα για να τις μειώσουν. Φυσικά τα νέα φάρμακα προκαλούν άλλες παρενέργειες, και οι βιομηχανίες κατασκευάζουν και άλλα φάρμακα κ.ο.κ. Έτσι, η υγεία των «ασθενών» χειροτερεύει, τα ταμεία αδειάζουν και οι έμποροι – ψυχίατροι με τους βιομηχάνους συνεργάτες τους «τρίβουν τα χέρια» τους.


5. Αυτό που ονομάζεται «ασθένεια» στην ψυχιατρική, δεν μπορεί να παρατηρηθεί αντικειμενικά. Ο κάθε ψυχίατρος το αντιμετωπίζει με το δικό του τρόπο, παρά το ότι όλοι ακολουθούν την ίδια «βιβλιογραφία». Έτσι, σε πειράματα που έγιναν με ηθοποιούς να παριστάνουν τους «τρελούς», στα ίδια συμπτώματα οι ψυχίατροι δίνανε διαφορετικές «διαγνώσεις», ενώ κανείς τους δεν κατάλαβε ότι επρόκειτο για ηθοποιούς.


6. Οι διαγνώσεις στηρίζονται στο Εγχειρίδια της παγκόσμιας ψυχιατρικής (DSM και ICD) που δημιουργούνται μετά από συνελεύσεις ψυχιάτρων που «ψηφίζουν» για τα χαρακτηριστικά της κάθε «ασθένειας». Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν όσες κατηγορίες θέλουν, αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα, και «δίνουν πάσα» στις φαρμακοβιομηχανίες να κατασκευάσουν τα ανάλογα «θεραπευτικά» χάπια.


7. Ο κλάδος των ψυχιάτρων έχει επεκταθεί ως ειδικοί σε κατηγορίες "ασθενών" που παραδοσιακά δεν ανήκαν στην ψυχιατρική. Έτσι σήμερα «θεραπεύουν» τοξικομανείς, εγκληματίες, σωματικούς ασθενείς στα νοσοκομεία μέσω «διασυνδετικής ψυχιατρικής», στρατιώτες, μαθησιακές δυσκολίες, δυσλεξία, αυτισμό, ομοφυλοφιλία, χαρτοπαιξία, εθισμό στο ίντερνετ και στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μανία κατανάλωσης κ.α.


Στην ταινία Apocalypto (2006) του Μελ Γκίμπσον, οι ιερείς των Μάγιας θυσιάζουν, βγάζοντας την καρδιά τους, φτωχούς χωρικούς που συλλαμβάνουν επαγγελματίες στρατιώτες, προκειμένου να εξευμενίσουν τον ήλιο και να σταματήσει ο λιμός που τους αποδεκατίζει. Δεν γνωρίζουν όμως ότι όσο πιο πολλούς σκοτώνουν τόσο αυξάνονται τα πτώματα, που από την αποσύνθεση τους προέρχεται ο λιμός. Ο κόσμος τους πίστευε ότι καλώς κάνανε ότι κάνανε και αυτοί συνέχιζαν τις ανθρωποθυσίες χωρίς δεύτερη σκέψη.






Κατά τον ίδιο τρόπο οι ψυχίατροι, «προσπαθούν» να θεραπεύσουν τις ψυχικές ασθένειες, αλλά με ένα τρόπο που όχι μόνο δεν τις περιορίζουν, αλλά συνεχώς ανακαλύπτουν κι άλλους που είναι ασθενείς (π.χ. ερωτηματολόγιο ανίχνευσης κληρονομικότητας στη «νόσο»). Με τις «θεραπευτικές» τους ενέργειες, όμως, κάνουν κακό στα ασφαλιστικά ταμεία και στην ψυχοσωματική υγεία των ασθενών, στραγγίζοντας τους από κάθε ψυχικό απόθεμα δύναμης και αυτοπεποίθησης.


Και ο κόσμος τους πιστεύει, παρά το ότι τα θεραπευτικά τους αποτελέσματα είναι πενιχρά και αντιφατικά. Αυτοί, όμως, σαν τους ιερείς του Apocalypto, απτόητοι συνεχίζουν, χωρίς να απολογούνται, να «εργάζονται» απολαμβάνοντας κοινωνικό κύρος και συνεχή έσοδα και ασκώντας έμμεση και άμεση επιρροές σε άτομα, ομάδες (group therapies), κοινωνίες!