Τρίτη 1 Ιουνίου 2010

Περί Αγάπης και Έρωτος

Η αγάπη δεν κουράζει. Γαληνεύει και ξεκουράζει. Ο έρωτας δεν βαλτώνει. Ανανεώνει.
Η γαλήνη αναφέρεται στον ψυχικό μας κόσμο και η ξεκούραση στο ανθρώπινο σώμα.
Στον αντίποδα τούτων, η ταραχή και η κόπωση εξουθενώνουνε τον άνθρωπο. Η πρώτη φθείρει το νου και τον τρόπο σκέψης του και η δεύτερη αλλοιώνει τους μηχανισμούς αντίδρασης του ανθρώπινου σώματος στις εξωτερικές αντιδράσεις.
Τα τέσσερα αυτά αισθήματα (γαλήνη ≠ ταραχή, ξεκούραση ≠ κόπωση) επηρεάζουνε και τις σχέσεις του κάθε ανθρώπου με τον εαυτό του πρώτα – πρώτα και μετά, με τους συνανθρώπους του. Στον ξεκούραστο και το γαλήνιο άνθρωπο, η χαρά βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ενώ η γκρίνια συντροφεύει τον κουρασμένο και τον (κατα)πιεσμένο. Ο ήρεμος άνθρωπος και όποιος αγαπά ατενίζει το μέλλον και σχεδιάζει γεμάτος αισιοδοξία. Ο κουρασμένος και ο ανέραστος μένει αδρανής και διαρκώς αναβάλλει και τα ήδη σχεδιασμένα.
Η ανανέωση και ο έρως βοηθάνε τον άνθρωπο να ξεφύγει από τα συνηθισμένα, τα γεμάτα πλήξη και ανία της καθημερινής ζωής. Είναι ο νέος, ο διαφορετικός αέρας, η άλλη οπτική γωνία, η δημιουργική επανατοποθέτηση προς ό,τι μας περιβάλλει.
Η πίστη και η εμπιστοσύνη ενδυναμώνουνε τους ανθρώπους. Στην αληθινή αγάπη, το «δούναι – λαβείν» είναι που τους κάνει ευάλωτους μεταξύ τους, αλλά δυνατούς προς τα έξω. Η πραγματική φιλία είναι μια ιδανική μορφή αγάπης, εφόσον, όπως όλοι παραδέχουνται, ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται τους φίλους όχι για να ‘χει κάποιον να ξεσπά στις άσχημες ώρες ή να του επιβάλλει βιαίως τα προστάγματά του, μα για να μπορεί να μοιράζεται με κάποιον τη χειμερινή θερμάστρα και τον καλοκαιρινό ίσκιο, αλλά, κυρίως, για να βρίσκει, μέσα από μια διαφορετική της δικής του γνώμη, τον ίσιο δρόμο, όταν τείνει να ξεστρατίσει.
Στην αληθινή ευτυχία φτάνεις, όταν υποτάσσεις το «εγώ» στο «εμείς», όχι επειδή «πρέπει», αλλά σπρωγμένος από μια δύναμη σαν την αγάπη… Οσάκις η αγάπη κι ο έρωτας αφανίζουνε τα «εγώ» και ενώνουνε τα πρόσωπα έως την αλήθεια, οι άνθρωποι περνούν το κατώφλι της ευτυχίας• αλλιώς, βολοδέρνουνε στις φουσκοθαλασσιές μιας γεμάτης ψεύδη και χωρίς αγάπη ζωής ασκεπείς, γυμνοί και ανυπόδητοι.
Η αληθινή αγάπη ελευθερώνει. Ποτέ δε σκλαβώνει. Πλουτίζει τις καρδιές των ανθρώπων με τα ανεκτίμητα χαρίσματα της καλοσύνης, της αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης, της αφοσίωσης, της φιλαλήθειας και της ευσπλαχνίας• και δι’ αυτής, οι ψυχικές τους δυνάμεις βρίσκουνε την ατραπό για την πραγμάτωση και την καταξίωση.
Το μονοπάτι προς την καταξίωση των ανθρώπινων καρδιών και την ευτυχία δεν είναι μία εφήμερη σαρκική μίξη. Η ατραπός προς την τελείωση της ψυχής και την αλήθεια έρχεται, οσάκις, στα μάτια εκείνου που λέει ότι σ’ αγαπά, βλέπεις να καθρεφτίζουνται η αρετή ως αθώα τελειότητα και άδολη υπεροχή, ως αγέραστη ευδοξία και τιμή, ως ανυπέρβλητη ευγένεια ψυχής και το… μέλλον.

Περί Γλώσσας και Διάνοιας

Ο άνθρωπος, αφού προικίστηκε από το Θεό με πνευματικά και σωματικά χαρίσματα, το «συλλογίζεσθαι», το «κρίνειν», αλλά και τη διάνοια και τη γλώσσα, που τον βοηθούν να παράγει αξιόλογα πνευματικά και υλικά δημιουργήματα, είναι το ον, που ξεχωρίζει από τα θεία πλάσματα και τα λοιπά ζώα. Συνήθως, απ’ ό,τι λέγεται, ο εκάστοτε άνθρωπος ζει αντιμετωπίζοντας όσο γίνεται ανώδυνα τα καθημερινά προβλήματα και χρησιμοποιώντας γι’ αυτό και τη γλώσσα και τη διάνοιά του. Επιπλέον, η πείρα και η εμπειρία, που ‘χουν αποκομίσει και του κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές, για να επιλέξει τον τάδε ή τον δείνα δρόμο, τον βοηθούν να συνυπάρχει με τους συνανθρώπους του και να επιβιώνει στον κάθε λογής «ανταγωνισμό», που – εκούσια ή ακούσια – υφίσταται, καθημερινά, τριγύρω του…
Δεν υπάρχει άνθρωπος αλάνθαστος ή ολόκαλος. Το ζητούμενο είναι η διάνοιά του να βοηθά τον άνθρωπο να διώξει κάθε κακία από μέσα του και να διδάσκεται , να (μπορεί να) διορθώνεται απ’ τα λάθη του, στα οποία άθελά του υποπίπτει ή η έχθρητα προς τους άλλους και η ζήλια τον παρασέρνουνε και τον σπρώχνουνε ως άβουλο. Στα λάθη του συγκαταλέγω, δίχως άλλο, και την καλλιέργεια αντικοινωνικών παθών, που – αντί να συμφιλιώνουνε τις κοινωνίες και τους λαούς – τους διχάζουνε. Κι ως τέτοια πάθη εγώ λογαριάζω την αρχομανία, τη φιλοχρηματία, τη ζηλοφθονία, το φανατισμό, την κακοβουλία κ.α.
Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι σταθερή, δεν είναι άφθαρτη ή αιώνια. Μεταβάλλεται συνεχώς, είναι φθαρτή και με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως. Χαραχτηρίζεται από τις συνεχείς και επίμονες ανθρώπινες απόπειρες να φτάσουμε ως τη βρύση της ευτυχίας και της επιτυχίας και περιλαμβάνει, σε κυκλική επαναλαμβανόμενη (περιοδική) μορφή, πλάνες, χαρές, αποτυχίες και λύπες, νέες χαρμόσυνες στιγμές. Για να μάθουν, όμως, οι κατοπινές γενιές μήτε να χαίρουνται υπέρμετρα, μήτε να λυπούνται υπερβολικά, γιατί όλα είναι εφήμερα και παροδικά επί της γης και το χρήμα και φτώχια, η δόξα και η περιφρόνηση, η φιλία και η έχθρητα και ο γλυκύς ή πικρός λόγος, χρειάζεται η γλώσσα των τωρινών να τους κληροδοτήσει γραπτά ή προφορικά «χνάρια» και «πατημασιές».
Και θα ‘ναι γραμμένα ή ειπωμένα έτσι τα λόγια των προπατόρων, ώστε να μη μοιάζουνε μ’ ένα «σκοταδιστικό ηθικοπλαστικό κήρυγμα», ξεπερασμένο απ’ τα χρόνια• θα πρέπει να θυμίζουν ένα σοφό, πολύπειρο δάσκαλο, όπως το Θουκυδίδη με την «Ιστορία» του ή τον Αριστοφάνη με τις κωμωδίες του. Θα πρέπει να ‘ναι σαν ένα πλατύ ανιδιοτελές χαμόγελο και μιαν μεγάλη, μεστή απ’ αληθινή αγάπη κι ορθάνοιχτη αγκαλιά προς όλους όσοι μας περιβάλλουν. Αν και όπως λέει, εάν θυμάμαι καλά, και το τραγούδι: «Για την αγάπη όσα κι αν δίνεις είναι λίγα, και μην περιμένεις ανταμοιβή!»